Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Εικών Γεννήσεως Uspensky Leonid, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 4. σελ. 300-305

 

Η εικών της Γεννήσεως του Κυρίου φαίνεται συχνά, εις τα όμματα των αμυήτων, φορτωμένη με περιττάς λεπτομερείας. Η σύνθεσίς της εμφανίζεται ως κάπως παιδαριώδης, απερρυθμι- σμένη, μάλλον διασκεδαστική παρά σοβαρά. Εντούτοις, αν προσπαθήσωμεν να διεισδύσωμεν εις το πνευματικό νόημα αυτής της εικόνος και εις την σημασίαν αυτών των λεπτομερειών, θα ίδωμεν ότι αύτη η απλοϊκότης και αυτή η αφέλεια καλύπτουν τοιούτο βάθος περιεχομένου, το οποίον θα μας ενθυμίση τους λόγους του Ευαγγέλιου: « Ος εάν μη δέξηται την βασιλεία του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν» ( Λουκ . ια, 17).

Η εικών της Γεννήσεως δεν χρησιμεύει δια την παράστασιν του τάδε ή του δείνα ιδιαιτέρου κειμένου, εκ των αφορώντων εις την εορτήν αυτήν. Βασιζόμενη εις την Αγία Γραφήν και την Ι. Παράδοσιν, θέτει προ οφθαλμών καις μας αποκαλύπτει το δογματικό περιεχόμενο και το νόημα της εορτής εν συνόλω. Τόσον με τα χρώματά της όσο και με τον πλούτο των λεπτομερειών της, ίσως ακριβώς εξαιτίας της « αφελότητος » των, είναι η πλέον χαρμόσυνος από τας εορτίους εικόνας.

Η εικογραφική παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας διατηρεί ως πολύτιμον παρακαταθήκην την κλασσικήν εικονογραφικήν εκδοχήν της Γεννήσεως του Χριστού, εκδοχήν πληρεστάτην και πλουσιωτάτην εις περιεχόμενον. Το πρωτότυπόν της ευρίσκεται επί αμπουλών (μικρών δοχείων επί των οποίων προσκυνηταί, επιστρέφοντες εκ των Αγίων Τόπων, μετέφερον ολίγον έλαιον επί τας κανδήλας τας ανημμένας εκεί). Χρονολογούνται μεταξύ του Δ΄ και του ΣΤ΄αιώνος, αρκεταί δε από αυτάς φυλάσσονται εις τον καθεδρικόν ναόν της Monza, πλησίον του Μιλάνου. Επί των αμπουλών αυτών παρίσταντο διάφορα γεγονότα σχετικά με τους Αγίους Τόπους. Γνωρίζομεν, ότι, εις τον τόπον Γεννήσεως του Σωτήρος, ο Μ. Κωνσταντίνος ήγειρε ναόν, όπου το σπήλαιον ένθα ετέχθη ο Κύριος, εχρησίμευε ως κρύπτη. Εκεί, πιθανότατα, παρίσταντο η σκηνή της Γεννήσεως, την οποία επαναλαμβάνουν αι αμπούλαι και η οποία εχρησίμευεν ως πρωτότυπον δια την εικονογραφία της εορτής. Η κλασσική εκδοχή είναι η κάτωθι: εις το κέντρο, προ ενός βάθους από όρη, το σπήλαιο με τον Κύριο ανακεκλιμένον εις την φάτνη, μεταξύ δύο ζώων. Παραπλεύρως η Θεοτόκος ανακεκλιμένη επί στρωμνής. Εις το άνω μέρος της εικόνος οι άγγελοι και ο Αστήρ. Οι ποιμένες από το άλλο, οι Μάγοι ερχόμενοι να προσκυνήσουν τον Χριστό. Κάτω, εις εκάστη γωνία, μια σκηνή: δύο γυναίκες νίπτουν το Βρέφος και ο Ιωσήφ, καθήμενος απέναντι γέροντος ορθού, στηριζομένου επί ράβδου.

Ως προς το περιγραφικό στοιχείο, η εικών ανταποκρίνεται εις το κοντάκιο (ήχος Γ΄): «Η Παρθένος σήμερον το υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Αγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, Μάγοι δε μετά Αστέρος οδοιπορούσιν . Δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων υπάρχων Θεός». Η εικών προσθέτει συνήθως δύο σκηνάς, τοποθετουμένας εις τας κάτω δύο γωνίας, τας οποίας το κοντάκιον δεν μνημονεύει και αι οποίαι είναι ειλημμέναι από την Παράδοσιν .

Εις το περιεχόμενόν της, η εικών της Γεννήσεως έχει δύο όψεις: Προ παντώς αποκαλύπτει αυτήν ταύτην την ουσίαν της Εορτής, το γεγονός της πραγματικής σαρκώσεως του Θεού. Μας θέτει ενώπιον μιας ορατής μαρτυρίας του θεμελιώδους δόγματος της πίστεώς μας, υπογραμμίζουσα με τας λεπτομέρειάς της τόσο την θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του σαρκωθέντος Λόγου. Κατά δεύτερον λόγον, η εικών της Γεννήσεως μας δεικνύει την επενέργειαν αυτού του γεγονότος επί της φυσικής ζωής του δημιουργημένου κόσμου και ανοίγει, κατά κάποιον τρόπο, την προοπτική όλων των συνεπειών της. Διότι σύμφωνα με τον Αγιο Γρηγόριο τον Νανζιανζηνό, η Γέννηση του Κυρίου δεν είναι η εορτή της Δημιουργίας αλλά η εορτή της Αναδημιουργίας (Λόγος ΛΗ΄), μία ανανέωσις αγιάζουσα το σύμπαν. Η ενανθρώπισης του Θεού δίδει εις τον κόσμο ολόκληρο νόημα νέο, το οποίο είναι ο σκοπός και ο λόγος υπάρξεώς του: την προσεχή του μεταμόρφωσιν . Δια τούτο όλη η κτίσις λαμβάνει μέρος εις το μυστήριον της Γεννήσεως του Λυτρωτού και βλέπομεν γύρω από τον Θεάνθρωπο τους εκπροσώπους όλων των κτισμάτων, προσφέροντας δείγματα της ευγνωμοσύνης των, κατά το ωραίον στιχηρόν: οι άγγελοι τον ύμνον, ο ουρανός τον αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες τον θαυμασμόν των, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Παρθένον Μητέρα. Η εικών προσθέτει τα ζώα και τα φυτά, δώρα του ζωικού και του φυτικού βασιλείου.

Το κέντρο της συνθέσεως ανταποκρίνεται εις το κεντρικό χρονικό σημείο της Εορτής. Όλαι αι λεπτομέρειαι συγκλίνουν, δια να το είπωμεν ούτω, προς αυτό το κέντρον: το Παιδίον, εσπαργανωμένον, ανακεκλιμένον εις την φάτνην, εντός του σπηλαίου. Τα ευαγγέλια δεν λέγουν τίποτε δια το σπήλαιον. Μας ομιλεί δι αυτό η Παράδοσις. Η αρχαιοτέρα των σχετικών γραπτών μαρτυριών χρονολογείται εις τον Β΄ αιώνα:είναι εκείνη του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, όστις ομιλεί σχετικώς εις τον Προς Τρύφωνα διάλογο (155 ή 160).

Το εις την φάτνην Παιδίον είναι ο Θεός, όστις εφάνη εις τους « καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου», κατέβη έως τα κατώτατα της γης, εις το σπήλαιον, ίνα ελευθερώση τον άνθρωπον από την κατάρα της βαρυνούσης αυτόν αμαρτίας, μεταμορφώση την φύσιν του και υψώση αυτήν εις θείαν περιωπήν . Ο Αγιος Γρηγόριος ο Νύσσης συγκρίνει την εντός του σπηλαίου Γέννησιν με το πνευματικό φως το λάμψαν εις τα σκότη του θανάτου, τα οποία περιβάλλουν το ανθρώπινο γένος. Η μέλαινα οπή του σπηλαίου εις την εικόνα παριστάνει συμβολικώς τον πληγέντα, εξαιτίας του ανθρώπου, από την αμαρτία του κόσμον, όπου ανατέλλει ο «Ήλιος της δικαιοσύνης».

Το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο ομιλεί δια την φάτνην και τα σπάργανα εις την διήγησιν της Γεννήσεως. «Και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη». Και ολίγον κατόπιν η φάτνη και τα σπάργανα αναφέρονται ως σημείον δοθέν από τον άγγελο εις τους ποιμένας, σημείον δια του οποίου θα ανεγνώριζον ούτοι τον Σωτήρα των: «Και τούτο υμίν το σημείον . Ευρήσετε βρέφος εσπαργωμένον, κείμενο εν φάτνη». Η φάτνη, εις την οποία ο Χριστός ανεκλίθη, υπήρχε, σύμφωνα με ορισμένας μαρτυρίας, μέχρι του Δ΄ αιώνος. Μετά το έτος 400 ο Αγιος Ιερώνυμος λέγει με λύπη: «Ω, αν μου εδίδετο η χάρις να ίδω την φάτνην, όπου ο Κύριος ανεκλίθη ! Αλλά αλλοίμονο, το αίσθημα της ευλαβείας προς τον Χριστόν έκαμε ώστε να αφαιρεθή η πύλινη φάτνη και να αντικατασταθή από μιαν αργυράν φάτνην . Αλλά δι εμέ πόσον πολυτιμοτέρα ήτο η αφαιρεθείσα! Ο εις αυτήν γεννηθείς κατεδίκαζε τον χρυσόν και τον αργυρόν ». Το αναφερθέν ανωτέρω στιχηρόν μας λέγει ότι η φάτνη υπήρξε δώρον, το οποίον η έρημος προσέφερε εις το θείο Παιδίον . Η έννοια αυτών των λόγων μας αποκαλύπτεται από τον Αγιο Γρηγόριο τον Νανζιανζηνόν, όστις μας λέγει ( Ομ . ΛΗ΄): Ανθρωπε όστις κατήντησες άλογος, πρόσπεσον προ της φάτνης, δια της οποίας μεγαλώνεις, τρεφόμενος από τον Λόγον . Η έρημος αυτή (δηλαδή εις τόπος ακατοίκητος), η οποία προσέφερε την φάτνην ως άσυλο εις τον Κύριό μας, τον μην γενόμενον δεκτόν από τον πολιτισμένον κόσμον, είχε προτυπωθή εις της Παλαιάν Διαθήκην : διότι, πράγματι, εις την έρημον ενεφανίσθη εις τον εβραϊκόν λαόν το μάννα, ο άρτος του ουρανού, όστις τον διέθρεψε, προφητική εικών της θείας Ευχαριστίας. Ιδού, λοιπόν, ότι ο βρέξας το μάννα εις την έρημον δια τον εβραϊκόν λαόν έγινε ο ίδιος ο άρτος της θείας Ευχαριστίας. Ο άρτος αυτός, όστις μας διατρέφει, είναι ανακεκλιμένος εις την φάτνην, εικόνα της Προθέσεως. Αυτός όστις θα γίνη ο ευχαριστιακός Αμνός ο υψούμενος επί του θυσιαστηρίου.

Η σάρκωσις του Θεού άρχεται και καταλήγει με την ταπείνωσιν . Η ταπείνωσις αυτή, όπως ακούομεν εις τον Όρθρον εμφαίνεται εις την απουσίαν σκήπτρων και θρόνων, εις την εσχάτην πτωχείαν, διότι τι είναι ευτελέστερον του σπηλαίου και τι ταπεινότερον των σπαργάνων; Το σπήλαιο, η φάτνη, τα σπάργανα, περί των οποίων μας ομιλούν τα ιερά κείμενα, και τα οποία μας δεικνύει η εικών, είναι όλα δείγματα της κενώσεως της θεότητος, της ταπεινώσεώς της, της ολοκληρωματικής συγκαταβάσεως Εκείνου, όστις, αόρατος κατά την θεότητά Του, γίνεται ορατός κατά την ανθρωπότητα, γεννάται εντός του σπηλαίου και αφήνεται να εντυλιχθεί εις σπάργανα, προτυπών ούτω τον θάνατόν Του, τον τάφο Του, τα νεκρικά Του σπάργανα.

Εντός του σπηλαίου, αμέσως πλησίον του Κυρίου μας, βλέπομεν τον βουν και τον όνον . Εν τούτοις, εις όλας τας παραστάσεις της Γεννήσεως, ευρίσκομεν αυτά τα ζώα παρά το θείον Βρέφος. Τα ευαγγέλια δεν ομιλούν περί αυτών. Εν τούτοις, εις όλας τας παραστάσεις της Γεννήσεως, ευρίσκομεν αυτά τα ζώα παρά το θείο Βρέφος. Αυτή η θέσις, την οποίαν κατέχουν εις το κέντρον της εικόνος, δεικνύει την υπό της Εκκλησίας αποδιδόμενην σπουδαιότητα εις την εν λόγω λεπτομέρειαν . Η παρουσία το βοός και του όνου εξηγείται, βεβαίως, από την πρακτικήν ανάγκην ως το δεικνύει το Μηνιαίον του Δεκεμβρίου: η Παρθένος εταξίδευσε επιβαίνουσα όνου. Όσο για τον βουν, ούτος είχε φερθή από τον μνήστορα Ιωσήφ, όστις πωλών αυτόν, ήλπιζε να ανταποκριθή εις τα έξοδα. Αλλά αυτή η πρακτική ανάγκη δεν είναι λόγος αρκετός δια να τοποθετηθούν τα ζώα αυτά εις άμεσον γειτνίασιν με τον Σωτήρα μας. Δεν πρόκειται παρά δια την πλήρωσιν της προφητείας του Ησαΐου (α΄3): «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού. Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός μου ου συνήκεν ». Δεν ευρέθη θέσις εις τας κατοικίας των ανθρώπων και οι άνθρωποι δεν εδέχθησαν τον σαρκωθέντα Θεόν . Το σπήλαιο και η φάτνη είναι η κατοικία των ζώων. Παριστάνουσαν τον βουν και τον όνον, η εικών μας ενθυμίζει την προφητείαν του Ησαΐου και μας καλεί εις την γνώσιν και την κατανόησιν του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, η οποία πληρούται δια της Γεννήσεως.

Ό,τι προ παντός αλλού κάμνει εντύπωσιν, όταν αντικρύζωμεν την εικόνα της Γεννήσεως, είναι η Παρθένος και η θέσις την οποίαν κατέχει. Η εικών υπογραμμίζει τον ρόλο και την σπουδαιότητα, την οποία η Εκκλησία αποδίδει εις την Θεομήτορα κατά την Γέννησιν του Χριστού, ήτοι κατά την εορτή αυτήν της αναπλάσεως. Η Παναγία είναι η ανακαίνισις όλων όσων εγεννήθησαν επί της γης, η νέα Εύα. Όπως ακριβώς η πρώτη Εύα έγινε η « μητήρ ζωής» όλων, ούτω και η νέα Εύα έγινε η Μήτηρ της δια της Σαρκώσεως του Θεού θεωθείσης ανθρωπότητος . Διότι η Σάρκωσις αυτή δεν είναι μόνο έργο της θείας θελήσεως, αλλ' επίσης έργο της ελευθέρας εκλογής και της πίστεως της Παρθένου Μαρίας (βλ. τον λόγο του Νικολάου Καβάσιλα εις τον Ευαγγελισμόν ). Αλλ' η «πρώτη Εύα», ήτις έγινε η μήτηρ της ζωής, έτεινεν ευήκοον ους εις τους λόγους του πειραστού, εις την παραδεισιακήν κατάστασιν, εκείνην της ανθρωπίνης αθωότητος . Η Δευτέρα Εύα, εκλεγείσα δια να γίνη η Μήτηρ του Θεού, ήκουσε τον αγγελικόν λόγον, εις την κατάστασιν της ανθρωπίνης πτώσεως. Δια τούτο η μοναδική αυτή εκλογή δεν την χωρίζει από την υπόλοιπο ανθρωπότητα, από τους άλλους προγόνους και συνανθρώπους της, αγίους ή αμαρτωλούς, των οποίων εξεπροσώπει ό,τι καλύτερον είχον εντός αυτών ( V . Lossky, Panaghia, Messager de l ' exarcat, 4). Η Θεοτόκος είναι, μεταξύ των δειγμάτων ευγνωμοσύνης, τα οποία τα κτίσματα προσφέρουν εις τον Κτίστην των, το υπεροχώτερον, εκείνο το οποίο ο άνθρωπος προσφέρει εις το Θεό. Εις το πρόσωπο της Παρθένου, η πεπτωκυία ανθρωπότης δίδει την συγκατάθεσίν της δια την σωτηρία της, η οποία θα πραγματοποιηθή με τη θεία Σάρκωσιν . Η εικών της Γεννήσεως υπογραμμίζει αυτόν τον ρόλο της Θεομήτορος, καθιστώσα αυτήν προφανή όλως ιδιαιτέρως με την κεντρικήν θέσιν της, και, ενίοτε, ωσαύτως με τας διαστάσεις της. Εις πολλάς εικόνας, η Παναγία είναι το μεγαλύτερο όλων των προσώπων. Είναι εξηπλωμένη πλησιέσταστα εις το Παιδίον, επί στρωμνής, αλλά γενικώς έξω του σπήλαιου . Η στρωμνή αυτή είναι είδος φορητού στρώματος, το οποίον οι Ιουδαίοι έφερον μεθ ' εαυτών εις όλας τας μετακινήσεις του.

Η στάσις της Παρθένου είναι πάντοτε πολύ δηλωτική και συνδεδεμένη με τα δογματικά προβλήματα τα τιθέμενα από την τάδε ή την δείνα εποχήν, εις τον τάδε ή εις τον δείνα τόπον. Αι τροποποιήσεις της υπογραμμίζουν σύμφωνα με την ανάγκη, πότε την θεότητα και πότε την ανθρωπότητα του Κυρίου. Ούτω, εις ωρισμένας παραστάσεις της Γεννήσεως, η Παρθένος είναι ημιανακεκλιμένη, ημικαθήμενη, η δε τοιαύτη στάσις της θέλει να σημάνει την απουσίαν ωδίνων και, κατά συνέπειαν, την εκ παρθενικής μήτρας γέννησιν και θείαν προέλευσιν του Παιδίου (κατά της πλάνης των Νεστοριανών). Αλλ' εις το πλείστον των παραστάσεων της Γεννήσεως η Παρθένος είναι ανακεκλιμένη και εκφράζει με την στάσιν της την υπέρτατην κόπωσιν . Ο Νικόλαος Μεσαρίτης, περιγράφων μια τοιαύτην παράστασιν (εν ψηφιδωτόν της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινουπόλεως) λέγει, ότι η υπερβολική κόπωσις η εκφραζομένη υπό της άνευ ωδίνων τεξάσης Παρθένου πρέπει να υπενθυμίζει εις τους πιστούς, την απολύτως πραγματικήν ανθρωπότητα του Παιδίου («ώστε η Σάρκωσις να μην θεωρηθή φαινομενική»).

Περί την κεντρικήν σύνθεσιν του Παιδίου και της Μητρός του, βλέπομεν τας λεπτομερείας, αι οποίαι ως είπομεν ήδη, μαρτυρούν συγχρόνως το γεγονός της Σαρκώσεως και την επενέργειάν του επί της κτίσεως.

Οι άγγελοι εκλπηρούν το διπλούν των λειτούργημα: δοξάζουν το Θεό και μηνύουν την καλήν είδησιν εις τους ανθρώπους. Η εικών εκφράζει αυτόν τον διπλούν ρόλο, παριστάνουσα άλλους αγγέλους εστραμμένους προς τα άνω, προς τον Θεόν, και άλλους καταβαίνοντας προς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ποιμένες, άνθρωποι απλοϊκοί, οι οποίοι έχουν το προνόμιο να επικοινωνούν με τον υπερφυσικό κόσμο απ' ευθείας εις την καθημερινή ζωή των, να είναι μάρτυρες ενός θαύματος. Παρίστανται εις την εικόνα ακούοντες την υμνολογία των αγγέλων και συχνά εις εξ αυτών παίζει αυλόν, αναμιγνύων την μουσικήν, τέχνην ανθρώπινην, με το αγγελικό άσμα.

Από την άλλη πλευρά του σπηλαίου, βλέπομεν τους Μάγους οδηγούμενους υπό του Αστέρος. Αυτό το άστρον αφήνει μια ακτίνα, καταλήγουσα απευθείας επάνω εις το σπήλαιον. Η ακτίς ενώνει επίσης τον Αστέρα με εν μέρος της σφαίρας, πέραν των ορίων της εικόνος, παριστανούσης συμβολικώς τον ουράνιον κόσμον . Η εικών δεικνύει ούτως, ότι αυτό το άστρον δεν είναι μόνον εν κοσμικόν φαινόμενον, αλλ' επίσης και εις αγγελιοφόρος, εκ του επέκεινα, μηνύων ότι εγεννήθη επί της γης ο ανήκων εις τον ουρανόν .

Αν εις τους αγραμμάτους ποιμένας, το μυστήριον απεκαλύφθη απευθείας υφ ' ενός αγγέλου, οι Μάγοι, άνδρες επιστήμονες, οφείλουν να διανύσουν μακρόν δρόμον, φέροντα αυτούς εκ της γνώσεως του σχετικού εις την γνώσιν του απολύτου με την μεσολάβησιν ενός αντικειμένου των ερευνών του. Ο Αγιος Βασίλειος ο Μέγας λέγει, ότι οι Πέρσαι αστρονόμοι μετέδιδον από γενεάς εις γενεάν την προφητείαν του Βαλαάμ, την αναφερόμενη εις το άστρον . Εις το Όρθρον των Χριστουγέννων ακούομεν, ότι ο Χριστός επλήρωσεν χαράς τους Μάγους, ερμηνευτάς των λόγων του αρχαίου μάντεως Βαλαάμ και σοφούς παρατηρητάς των αστέρων. Το άστρο είναι ούτω συγχρόνως εκπλήρωσις της προφητείας και το κοσμικόν φαινόμενον, του οποίου η μελέτη ωδήγησε τους σοφωτέρους των ανθρώπων εις το να προσκυνήσουν τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Ούτος είναι το φως, το οποίον κατά τον Αγιο Λέοντα τον Μέγα, έλαμψεν εις τους εθνικούς και εκρύβη από τους Ιουδαίους. Η Εκκλησία βλέπει εις τους ποιμένας -πρώτα τέκνα του Ισραήλ τα οποία προσεκύνησαν το Παιδίον Ιησού-, τας απαρχάς της Ιουδαϊκής Εκκλησίας, εις δε τους Μάγους - απαρχάς όλων των εθνών- την εξ εθνών Εκκλησία. Φέροντες εις τον Χριστόν τα δώρα των, τον καθαρό χρυσόν ως εις τον βασιλέα των αιώνων, τον λίβανον ως εις τον Θεόν του σύμπαντος και τη σμύρναν ως εις τον αθάνατον, όστις θα ήτο νεκρός τριήμερος, προλέγουν τον θάνατό Του και την Ανάστασή Του. Η Εκκλησία μαρτυρεί εις την προσκύνησιν των Μάγων ότι δέχεται και αγιάζει κάθε ανθρώπινη επιστήμη, ερχομένην προς αυτήν, αρκεί το σχετικό φως της έξω του χριστιανισμού αποκαλύψεως να οδηγεί τους υπηρετούντας αυτό εις την πρσκύνησιν του απολύτου φωτός. Ας προσθέσωμεν ότι οι Μάγοι παριστάνονται γενικώς εις διαφόρους ηλικίας, δια να υπογραμμισθή ότι η αποκάλυψις δίδεται εις τους ανθρώπους ανεξαρτήτως της ηλικίας των και της πείρας των εις την ζωήν .

Κάτω, εις μία γωνίαν της εικόνος, δύο γυναίκες νύπτουν το Παιδίον . Αυτή η σκηνή είναι ειλημμένη από την Παράδοσιν, την οποίαν μας μεταδίδουν εξίσου το Ευαγγέλιον του ψευδο -Ματθαίου και το Πρωτοευαγγέλιον του Ιακώβου. Είναι αι δύο μαίαι, τα οποίας ο μνήστωρ Ιωσήφ έφερε εις την παρθένον . Αυτή η σκηνή της καθημερινής ζωής δείχνει καθαρά ότι το Παιδίον τούτο είναι όμοιον προς όλα τα αρτιγέννητα, υποκείμενον εις τας απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσεως. Αλλά, από το άλλο μέρος, σύμφωνα με την εξήγησιν του Νικολάου Μεσαρίτου, αι δύο μαίαι είναι συγχρόνως μάρτυρες της θείας καταγωγής του παιδίου : πράγματι, αφού ήλθαν καθυστερημέναι και δεν παρέστησαν κατά την Γέννησιν, η μία εξ αυτών, η δικαία Σαλώμη (ενίοτε παριστανομένη με φωτοστέφανον ) δεν επίστευσεν ότι μια παρθένος θα ηδύνατο να τέξη και ετιμωρήθη δια την απιστίαν της: η χειρ, η οποία είχε τολμήσει να ικανοποιήσει την περιέργειάν της, παρέλυσε. Μετανοήσασα και αψαμένη του Παιδίου, ιάθη .

Μία ακόμη λεπτομέρεια δεικνύει όλως ιδιαιτέρως ότι εις την Γέννησιν του Κυρίου μας ηττήθη η τάξις της φύσεως. Είναι ο μνήστωρ Ιωσήφ. Δεν ανήκει εις την κεντρικήν σύνθεσιν του Παιδίου και της Μητρός του, χωρίζεται από αυτούς σαφώς. Δεν είναι ο πατήρ. Προ αυτού, υπό την μορφήν ποιμένος κύπτοντος υπό το βάρος των χρόνων, ίσταται ο διάβολος πειράζων αυτόν. Μερικαί εικόνες τον παριστάνουν είτε με μικρά κέρατα είτε με μόλις φαινομένην ουράν . Η παρουσία του διαβόλου και ο ρόλος του ως πειραστού έχουν μία όλως ιδιαιτέραν έννοιαν εις αυτήν την εορτή της αναπλάσεως. Η εικών, βασιζόμενη εις την παράδοσιν, μεταδίδει το νόημα ορισμένων λειτουργικών κειμένων (βλ. Πρώτην και Ενάτην Ώραν ), τα οποία ομιλούν δι αμφιβολίας του μνήστορος Ιωσήφ και τη δυσχερή ψυχολογικήν του κατάστασιν . Η εικών εκφράζει αυτήν την κατάστασιν με την λυπημένην στάσιν του Ιωσήφ και την υπογραμμίζει με την μέλαιναν άβυσσον του σπηλαίου, η οποία ενίοτε χρησιμεύει ως βάθος. Η παράδοσις, την οποία μας μεταδίδουν τα απόκρυφα, διηγείται ότι ο διάβολος έλεγε, δια να πειράξη τον μνήστορα Ιωσήφ: «Όπως αυτή η ξηρά ράβδος δεν δύναται να αναδώση φύλλωμα, ούτως και μια παρθένος δεν δύναται να τέξη », η δε ράβδος ήνθησεν . Το επιχείρημα του διαβόλου συνίσταται εις την αδυναμίαν να αντείπη τις εις τους νόμους της φύσεως. Επανέρχεται υπό διαφόρους μορφάς δια μέσου όλης της ιστορίας της Εκκλησίας και ευρίσκεται εις την βάσιν ενός μεγάλου αριθμού αιρέσεων. Εις το πρόσωπο του μνήστορος Ιωσήφ, η εικών μας αποκαλύπτει όχι μόνο το προσωπικό του δράμα, αλλ' εν ανθρώπινο δράμα, εκείνο της συναντήσεως δύο εκδοχών περί κόσμου: η μία, περιωρισμένη εις το επίπεδον της σαρκικής και λογικής υπάρξεως, δεν δύναται να συμφωνήση λογικώς και συναισθηματικώς προς ό,τι υπερβαίνει τον λόγο. Η άλλη, βασισμένη εις την διαίσθηση του επέκεινα, έρχεται εις επαφήν με αυτό δια της αποκαλύψεως και της ελλάμψεως . Αν, εις ωρισμένας εικόνας η Θεομήτωρ παριστάνεται παρατηρούσα το Παιδίον, το οποίον εναποθέτει εις την καρδίαν της τους αφορώντας εις αυτό λόγους, ή ακόμη παρατηρούσα απευθείας έμπροσθέν της τον εξωτερικόν κόσμο, εις άλλας εικόνας παρατηρεί τον μνήστορα Ιωσήφ, εκφράζουσα με το βλέμμα της την συμπάθεια, την οποίαν εμπνέεται από την ψυχικήν του κατάστασιν, και δεικνύουσα εις ημάς ότι ανεκτική και συμπονετική πρέπει να είναι η στάσις μας απέναντι της απιστίας και των αμφιβολιών των ανθρώπων και όχι εχθρική.

Αυτό είναι, εις σύντομον έκθεσιν, το περιεχόμενον της εικονογραφίας της Γεννήσεως, ως το καθορίζει ο Κανών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οσάκις σημειούται απομάκρυνσις από αυτόν, η πληρότης νοήματος μειούται αναποφεύκτως εις μέγα ή μικρόν μέτρον. Φθάνομεν ούτως ολίγον κατ' ολίγον εις παραμορφώσεις, ακόμα δε και εις την απώλειαν του ουσιώδους τόσον εις την εικογραφίαν όσο και εις την Αγία Γραφήν : της ιστορικής πραγματικότητος και του δογματικού της περιεχομένου. Εν ισχυρόν παράδειγμα μας δίδεται από τας εικονογραφικάς παραστάσεις της Δύσεως. Παριστάνουν όχι πλέον την ιδίαν την αλήθειαν, ως κάμνει η εικών, αλλά προσωπικά ερμηνείας αυτής της αληθείας. Το ιστορικόν και δογματικόν περιεχόμενον της εικόνος υποκαθίσταται από εν αισθηματικόν και οικείον περιεχόμενον και η Γέννησις του Σωτήρος μας ανάγεται εις μιαν συγκινητικήν οικογενειακή σκηνή.

Η ορθόδοξος εικών δεν αποκλείει το ανθρώπινον στοιχείο του κόσμου τούτου. Βλέπομεν τας ανθρωπίνας γνώσεις εις τους Μάγους, την εργασίαν και την τέχνην εις τους ποιμένας, το φυσικόν ανθρώπινον αίσθημα εις τον μνήστορα Ιωσήφ. Αλλά αυτή η ζωή του κόσμου παριστάνεται εις την επαφήν της με τον υπερφυσικό κόσμο και χάρις εις αυτήν την επαφή κάθε φαινόμενον της ανθρωπίνης ζωής ευρίσκει την θέσιν του και το νόημά του, φωτίζεται από εν νέο περιεχόμενον . Ούτως η εικών υψώνει το πνεύμα μας, τα αισθήματά μας και τας αισθήσεις μας, εις την θεωρίαν και την γνώσιν του μυστηρίου της Σαρκώσεως και μας καθιστά μετόχους του πνευματικού θριάμβου της εορτής.

Η γέννηση του Μεσσία Πρωτοπρ. Ανδρέα Παπαϊωάννου, Ο Χριστός προ Χριστού, Αθήναι 1991, σελ. 37 -49


 

α. Ήταν μεσάνυχτα

«Ησύχου σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης, ο Παντοδύναμός σου λόγος απ' ουρανών εκ θρόνων βασιλειών, απότομος πολεμιστής εις μέσον της ολέθριας ήλατο γης» (Σοφ. Σολομ. 18, 14-15) .

«Στη βαθειά σιγή που σκέπαζε το κάθε τι και όταν η νύκτα βρισκόταν στη μέση της, ο παντοδύναμός Σου Λόγος από τους ουρανούς, από τους βασιλικούς θρόνους πήδησε ξαφνικά σαν πολεμιστής στη γη που καταστρεφόταν».

Το βιβλίο «Σοφία Σολομώντος», ή όπως ονομάζεται από τους Έλληνες Πατέρες «η Πανάρετος σοφία», ανήκει στα «Δευτεροκανονικά» βιβλία της Παλαιας Διαθήκης και είναι όσο και τάλλα βιβλία της Αγ. Γραφής, θεόπνευστο, αν και έχουν αντίθετη γνώμη οι Εβραίοι, οι Διαμαρτυρόμενοι και οι ορθολογιστές. Όμως σε πείσμα τους είναι κι' αυτό θεόπνευστο. Απ' αυτό λοιπόν παίρνουμε την προφητεία που παρουσιάζουμε σαν πρώτη στη σειρά για την Γέννηση του Χριστού.

Ο συγγραφέας του βιβλίου θυμάται, με τους στίχους που γράφει προηγουμένως, τον ερχομό του ξολοθρευτή αγγέλου στην Αίγυπτο, για να τιμωρήσει τον Φαραώ που καταπάτησε τον λόγο που έδωσε στον αντιπρόσωπο του θεού, για ν' αφήσει τους Ισραηλίτες να φύγουν από την Αίγυπτο και να πάνε στη γη της Επαγγελίας.

Αύτή βέβαια είναι η γραμματική έρμηνεία του κειμένου. Αν όμως κάνουμε μια σύγκριση της γραμματικής ερμηνείας με αυτά που διηγείται η Καινή Διαθήκη για τη γέννηση τοΰ Χρίστου θα δούμε μια καταπληκτική ομοιότητα ανάμεσα στις δυο περικοπές.

Απόλυτη ησυχία επικρατούσε στη γη τη νύκτα που γεννήθηκε ο Ιησούς. Κανένας δεν περίμενε πως αυτό το μεγάλο γεγονός, που άλλαξε την ιστορία του κόσμου θα γινόταν εκείνη την ήσυχη νύκτα. Όμως έγινε. Ήταν μια ήσυχη νύκτα, βαθειά ηρεμία επικρατούσε παντού. Τα μεσάνυκτα ήταν κοντά. Τότε ο Παντοδύναμος Λόγος του θεού κατέβηκε στην ταλαιπωρημένη γη τόσο απότομα όσο και ένας πολεμιστής, που κάνει επίθεση για να αιφνιδιάσει τον αντίπαλό του.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του Λουκά διαβάζουμε την περιγραφή της γέννησης του Σωτήρα. 'Ηταν νύκτα κι' οι βοσκοί της περιοχής φύλαγαν τα κοπάδια τους μεσ' τα χωράφια. Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας άγγελος για να τους ανακοινώσει το μεγάλο γεγονός, πως σαρκώθηκε ο θεός. Δεν περίμεναν οι βοσκοί την επίσκεψη του αγγέλου, ούτε και την συνταρακτική είδηση που τους έφερνε. Γι' αυτό φοβηθήκανε. Απότομα τους ήρθε το νέο. Απότομα κι' αιφνιδιαστικά ήρθε ο Μεσσίας στη γη.

«Απότομος πολεμιστής», λέει η προφητεία. Αλλά ο Κύριος δεν ήταν μήπως πολεμιστής; Ανάμεσα στους ανθρώπους που έζησε, πολέμησε το κακό και τον άρχοντα του κακού.

β. Α πό την Παρθένο

«Δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον, ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ. 7, 14).

«Θα δώσει σε σας ο Κύριος αυτό το σημάδι. Να η Παρθένος θα γεννήσει ένα γιο και θα του δοθεί το όνομα Εμμανουήλ».

Πριν από τη γέννηση του Μεσσία γράφτηκαν πολλά. Προφητεύθηκε η γέννηση του με την κάθε της λεπτομέρεια. Το πιο θαυμαστό όμως και το πιο σπουδαίο μέρος, που μιλά για τη γέννησή Του είναι η προφητεία που παρουσιάζουμε τώρα. Μιλά για το πιο μεγάλο γεγονός της γέννησης του θεανθρώπου. Για τη γέννησή του από την Παρθένο.

Είναι θαυμαστό και σπουδαίο το γεγονός, όχι γιατί θα γεννιόταν άπό μια όποιαδήποτε παρθένο, αλλά από την μοναδική Παρθένο. Ο προφήτης χρησιμοποιεί στον στίχο του και το άρθρο «η» κι' έτσι περιορίζει την Παρθένο. Είναι εκείνη, η μοναδική, η έκλεκτή και εξαιρετική Παρθένος, που την διάλεξε ο θεός.

Σε τρεις λέξεις φαίνεται έδώ το θαυματουργικό στοιχείο, λέει ο Ιωήλ Γιαννακόπουλος. Το «Ιδού», το άρθρο «η» και η λέξη «παρθένος» που πρόκειται να γεννήσει. «Το «Ιδού» εν τη Γραφή εισάγει γεγονότα απροσδόκητα, θαυμαστά. (Ματθ. 1,20 - 3,16 - 4,10 κλπ.). Το οριστικόν άρθρον «η» παρθένος, ορίζει και περιορίζει την παρθένον, ότι δεν θα είναι οίαδήποτε γυνή, άλλά ορισμένον εξαίρετόν τι πρόσωπον. Ιδέ δια το οριστικόν άρθρον: Ιωάννου 1,19-25 10,1 όπου το άρθρον ειδικεύει το πρόσωπον, και το τρίτον η «παρθένος θα γεννήσει» (Ι. Γιαννακοπούλου τ. 18, σελ. 78).

«Καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ», συνεχίζει ο προφήτης. Το παιδί, που θα γεννηθεί με ύπερφυσικό τρόπο θα πάρει το όνομα «Εμμανουήλ». Αυτό το όνομα είναι συμβολικό γιατί στα εβραϊκά σημαίνει «μαζί μας ο θεός». (Ματθ. 1,25).

Το μεγάλο και υπερφυσικό στοιχείο στην εκπλήρωση της προφητείας αυτής είναι το ότι ο θεός παίρνει ανθρώπινη μορφή, κατοικεί για ένα διάστημα εννιά μηνών στην κοιλιά μιας διαλεχτής γυναίκας και γίνεται τέλειος άνθρωπος, όσο και τέλειος θεός. Σαν βρέφος Τον φροντίζει η μητέρα Του με τον ίδιο τρόπο όπως και όλα τα μικρά παιδιά των ανθρώπων, τον τρέφει με υλική τροφή, «βούτυρον και μέλι φάγεται», όπως λέει ο μεγάλος Ησαΐας (κεφ. 7, 15). Το μοναδικό ανθρώπινο, που δεν θάχει, είναι η αμαρτία, και η ροπή στο κακό και την ανομία.

«Είναι, όπως λέει ο Τρεμπέλας, ελεύθερος της προπατορικής αμαρτίας και έχει φύσιν άνθρωπίνην όλως αθώαν και αναμάρτητον, διότι καθ' ον χρόνον ευρίσκεται εν τη καταστάσει του νηπίου απειθεί μεν εις το κακόν εκλέγει δε το αγαθόν». (Π. Τρεμπέλα «Απολογητικαί Μελέται» τ. Δ. σελ. 225).

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που γεννιέται άνθρωπος από παρθένον αγνή, γιατί σαν άνθρωπος γεννήθηκε από την Παρθένο ο Κύριος. Και η Παρθένος αυτή ποτέ δεν γνώρισε άνδρα. Είναι υπερφυσικό το γεγονός αυτό. Υπερφυσικός και ο τρόπος της γέννησης. Αλλά υπερφυσική και η προφητεία. Όπως όλες που λέχθηκαν και γράφτηκαν πριν απ' τον Χριστό ήταν περ' απ' την φύση, έτσι κι' αυτή η προφητεία. Για κανένα άλλον άνθρωπο, όσο μεγάλος κι' αν έγινε στη γη δεν έμαθε τίποτα ο κόσμος πριν γεννηθεί. Γ ιά τον Μεσσία μόνο, τα ήξερε όλα η ανθρωπότητα, από τη γέννησή Του μέχρι και όλη του τη ζωή. Και η γέννηση αυτή έγινε από μια εκλεκτή Παρθένο, που ο θεός ξεχώρισε ανάμεσα στις άλλες.

Εκείνος, που θα γεννηθεί, λέγει η προφητεία, θα πάρει το όνομα Εμμανουήλ. Να όμως, που γεννήθηκε ο Χριστός και δεν ονομάσθηκε Εμμανουήλ αλλά Ιησούς. Τι σημαίνει αυτό το πράμα; Μήπως έκανε ο προφήτης λάθος; Όχι δεν πρόκειται για λάθος. Ιησους είναι το ανθρώπινο όνομα που πήρε Αυτός, που γεννήθηκε και Εμμανουήλ είναι η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την γέννησή Του. Εμμανουηλ, όπως πιο πάνω λέμε θα πει «μαζί μας ο θεός». Από τη μια ο Ιησούς είναι τέλειος άνθρωπος, είναι όμως από την άλλη και τέλειος θεός. Από την στιγμή που γεννήθηκε μέχρι που αναστήθηκε και ανέβηκε στους ουρανούς, ήταν ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα σ' εμάς, μαζί μας.

Αν ανοίξουμε το Ιερό Ευαγγέλιο θα συναντήσουμε εκεί την εκπλήρωση κι' αυτής της προφητείας όπως και όλων των άλλων. Γράφει λοιπόν για το σημείο αυτό ο Ευαγγελιστής και Μαθητής του Χριστού Ματθαίος: «Του δε Ιησού Χριστού η γέννηση έγινε με αυτό τον τρόπο: Αφού η μητέρα Του Μαρία αρραβωνιάσθηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος από Πνεύμα ’γιο πριν συνευρεθούν. Ο άνδρας της, ο Ιωσήφ επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφθηκε να την διώξει κρυφά. Κι' ενώ σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε μπροστά του και του είπε «Ιωσήφ γιέ του Δαυίδ, μη φοβηθείς να πάρεις μαζί σου την Μαρία, την γυναίκα σου γιατί εκείνο, που θα γεννηθεί προέρχεται από ’γιο Πνεύμα. θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του. Όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθεί εκείνο που ελέχθη από τον Κύριο με το στόμα του προφήτη, Ιδού η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσουν Εμμανουηλ, που όταν μεταφρασθεί σημαίνει μαζί μας ο θεός» (Ματθ. 1,18 - 23 ).

Αυτή είναι στ' αλήθεια μια άπό τις πιο καταπληκτικές προφητείες, που πραγματοποιήθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι ο Μεσσίας, που από χιλιάδες χρόνια περίμεναν όλοι οι άνθρωποι για να τους σώσει και γεννήθηκε με τον υπερφυσικό αύτό τρόπο κι' έφερε την σωτηρία.

γ. Στην Βηθλεέμ

«Και συ Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα. Εκ σου μοι εξελεύσεται του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ και αι . έξοδοι αυτού απ' αρχής εξ ημερών αιώνος» (Μιχ. 5, 1).

«Και συ Βηθλεέμ, η παλαιά πόλη Ευφραθά, που δεν έχεις ούτε χίλιες οικογένειες ανάμεσα στον Ιουδαϊκό λαό, από σένα θα βγει εκείνος, που θα γίνει άρχοντας του Ισραηλιτικού λαού. Η αρχή του θα είναι από την αρχή των αιώνων»·

Η Βηθλεέμ είναι ένα χωριό. Μόλις μπορεί να μπει ανάμεσα στις πόλεις, που έχουν μέχρι χίλιες οικογένειες. Η «χιλιάς» ήταν μια μεγάλη διαίρεση κάθε φυλής που αριθμούσε γύρω στις χίλιες οικογένειες. Μικρή πόλη λοιπόν η Βηθλεέμ. 'Ομως από αυτή τη μικρή και ασήμαντη πόλη θα γεννιόταν ο «Αναμενόμενος».

Στην Καινή Διαθήκη βλέπουμε όλες τις λεπτομέρειες, που έρχονται να ξεπληρώσουν και αυτή την προφητεία. Η Μαρία μαζί με τον Μνήστορα Ιωσήφ βρίσκονται στην Ναζαρέτ, μιαν άλλη μικρή κι' ασήμαντη πόλη. Τότε βγήκε το διάταγμα από τον Καίσαρα Αύγουστο για να γίνει η απογραφή όλων των υπηκόων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 'Επρεπε ο Ιωσήφ και η Μαρία να πανε εκεί απ' όπου κατάγονταν, στην πόλη των πατέρων τους. Αυτή η πόλη δεν ήταν άλλη από την Βηθλεέμ.

Σ' αυτή την πόλη, και μέσα στο ταπεινό σπήλαιο και την φάτνη έγινε αυτό που πριν από εκατοντάδες χρόνια είπε ο εμπνευσμένος απ' το θεό Μιχαίας.

Όταν οι μάγοι από την Ανατολή έφθασαν στην Ιερουσαλήμ και ρώτησαν «πού ο Χριστός γεννάται;» έμαθαν από τον Ηρώδη, που κάλεσε γι' αυτό τον σκοπό το Μεγάλο Συνέδριο, ότι οι γραφές λένε πως θα γεννιώταν στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, γιατί: «ούτω γαρ γέγραπται δια του προφήτου και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα, εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ» (Ματθ. 2,4-6). Εκεί λοιπόν στη Βηθλεέμ Τον προσκύνησαν οι μάγοι και πρόσφεραν τα δώρα τους, τους θησαυρούς τους, που μόνο σε βασιλιά άξιζαν, χρυσάφι και λιβανωτό και σμύρναν.

Με το διάταγμά του ο αύτοκράτορας, χωρίς να το καταλάβει βοήθησε κι' αυτός στην εκπλήρωση της προφητείας αυτής του Μιχαία. Ο Ιωσήφ και η έγκυος Μαρία κανένα λόγο δεν είχαν να διανύσουν την τεράστια απόσταση, που είναι από την Ναζαρέτ ως τη Βηθλεέμ και να διασχίσουν ολόκληρη την Γαλιλαία, την Σαμάρεια και να φθάσουν ως τα μισά της Ιουδαίας. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σ' εκείνο το μέρος θα γινόταν η καταπληκτική έκπλήρωση της προφητείας. Έτσι το διάταγμα του Καίσαρα οδήγησε την «εν γαστρί έχουσαν» στον τόπο όπου είδε ο προφήτης πως θα γεννιόταν ο Μεγάλος Αναμενόμενος, ο Μεσσίας και Λυτρωτής.

 

δ. Χρυσόν -Λίβανον

«Πάντες εκ Σαββά ήξουσι, φέροντες χρυσών και λίβανον οίσουσι και το σωτήριον του Κυρίου ευαγγελιούνται» (Ησαίας, 60 , 6 ).

«Θα έλθουν όλοι από την χώρα Σαββά και θα φέρουν χρυσάφι και λιβανωτό και θα μεταφέρουν την ευχάριστη αγγελία της σωτηρίας από τον Κύριο»·

Αν δούμε κι' αυτή την φοράν την γραμματικήν ερμηνεία του κειμένου θα δούμε να λέει πως ανατολικοί λαοί από την Σαββά και άλλες δυό χώρες, που αναφέρει το πρώτο μέρος του στίχου, την Μαδιάμ και την Γαιφά, θάρθουν στην Παλαιστίνη και θα φέρουν πολύ πλούτο στη χώρα. Αλλά ολοφάνερη είναι η καταπληκτική εκπλήρωση της προφητείας. Ο Ησαΐας είδε με το προφητικό του μάτι τους τρεις μάγους από την Ανατολή να έρχονται για να προσκυνήσουν τον Μεσαία και να του προσφέρουν τα δώρα τους, χρυσάφι και λιβανωτό και σμύρναν.

Να λοιπόν μια άλλη μικρή λεπτομέρεια από τη ζωή του Χριστού. Κι' αυτή γράφτηκε οκτώ αιώνες π.Χ. Οι λαμπροί, άρχοντες της Ανατολής ήλθαν και προσκύνησαν τον Νεογέννητο.

Εκτός από τον στίχο 6 του κεφαλαίου 60 του Ησαΐα που μιλά για την επίσκεψη των Μάγων, επαλήθευσε και εκείνο που αναφέρει στον τρίτο στίχο που λέει «Και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη εν τη λαμπρότητί σου».

Πηγή φωτός είναι ο Κύριος. Στο φως αυτό κοντά θα έλθουν και άρχοντες και βασιλιάδες. Οι Μάγοι της Ανατολής ήσαν ξακουστοί άρχοντες, που ήλθαν να φωτισθούν από το πηγαίο φως του Μεσσία.

 

ε. Θα φέρουν δώρα

«Βασιλείς Θαρσίς και νήσοι, δώρα προσοίσουσι. Βασιλείς Αράβων και Σαβά δώρα προσάξουσι, και προσκυνήσουσιν αυτώ πάντες οι βασιλείς, πάντα τα έθνη δουλεύσουσιν αυτώ (Ψαλμ. 71, 10 - 11 ). «Βασιλιάδες της Θαρσίς και νησιά θα προσφέρουνε σ' αυτόν δώρα· Βασιλιάδες της Αραβίας και της Σαβά θα φέρουν δώρα. Θα τον προσκυνήσουν ολοι οι βασιλιάδες της γης και ολα τα έθνη θα υποδουλωθούνε σ' αυτόν».

Αυτούς τους δύο στίχους του ψαλμού όταν διαβάζουμε, η σκέψη μας πάει και πάλι σ' εκείνους, που προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό, τότε, που σαν άνθρωπος γεννήθηκε στη γη. Βλέπουμε με τη φαντασία μας άρχοντες και βασιλιάδες της Ανατολής και της Αραβίας νάρχωνται και να φέρνουν τα δώρα τους και να τα τοποθετούν μαζί με την αγάπη, την πίστη και την αφοσίωσή τους, μπροστά στα πόδια του βρέφους Ιησού.

Η προφητεία βέβαια αύτή του Δαυίδ έχει πολύ μεγαλύτερο πλάτος άπό κείνο, που διαβάζουμε στα Ευαγγέλια για την προσκύνηση των βοσκών κι' ύστερα των Μάγων της Ανατολής. Γιατί μας λέει εδώ πως τον Μεσσία θα προσκυνήσουν και η θαρσίς και τα νησιά.

Θαρσίς, λέει ο ερμηνευτής Γιαννακόπουλος, είναι η Ταρτησσός, πόλη που βρίσκεται στην νοτιοανατολικήν Ισπανία. Τα νησιά, που αναφέρει ο Ψαλμωδός είναι εκείνα που βρίσκονται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Μικρά ’σία (Η Π.Δ. τ. 24, σελ. 232-234). Κανένα μέρος του κόσμου δηλ. δεν θα μείνει, που να μη προσκυνήσει τον Χριστό. Κανένα βασίλειο δεν θα μείνει αμέτοχο άπό την επίδραση του Λόγου Του και τοΰ Ευαγγελίου Του. Όλα τα έθνη της γης θα γίνουν δικά Του.

Για κείνον, που παρακολουθεί σήμερα την ανθρώ πινη ιστορία, είναι πολύ εύκολο να καταλάβει πως πραγματοποιήθηκε αυτή η προφητεία. Σε ποιόν λαό δεν κηρύχτηκε το Ευαγγέλιο; Σε ποιά χώρα του κόσμου, κι' άπ' αύτές τις πιο άγριες, δεν έγινε γνωστός ο Χριστός; Και στα βάθη της Αφρικής και στα άκρα των Πόλων της γης κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο και άνθρωποι των πιο απομακρυσμένων περιοχών πίστεψαν και λάτρεψαν και προσκύνησαν τον Μεσσίαν.

στ) Β ο υ ς και Όνος

«Έγνω βους τον κτησάμενον και ονος την φάτνην του Κυρίου χύτου, Ισραήλ δε με ουκ έγνω, και ο λαός με ου συνήκεν» (Ησαΐας 1,3).

«Το βόδι γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του και ο όνος την φάτνην του Κυρίου του, ο Ισραηλιτικός όμως λαός δεν με αναγνωρίζει, αυτός ο λαός δεν με αντιλαμβάνεται».

Αυτή η προφητεία του Ησαΐα απευθύνεται στους Ισραηλίτες και θέλει να δείξει πόσον αγνώμονες ήσαν. Αμυδρά όμως βλέπουμε σ' αυτήν, την φάτνη των ζώων, μέσα στο σταύλο όπου θα γενιώταν ο Σωτήρας. Κι' αλήθεια δεν γεννήθηκε ο Κύριος σε βασιλικά ανάκτορα και παλάτια. Σαν φτωχό παιδί από φτωχή γυναίκα, γεννήθηκε μέσα στη σπηλιά και σπαργανώθηκε πρόχειρα και τοποθετήθηκε μέσα στη φάτνη, μέσα στο παχνί όπου ο όνος και το βόδι έτρωγαν το σανό τους.

Μέσα σ' εκείνο τον σταύλο Τον προσκύνησαν οι ταπεινοί βοσκοί και Του πρόσφεραν τα δώρα τους, εκεί ζεστάθηκε για πρώτη φορά από τα χνώτα του βοδιού και του όνου, των δύο ζώων που βρίσκονταν κοντά Του.

Σαν συνέχεια και συμπλήρωμα αυτής της προφητείας έρχεται και η άλλη του Αββακούμ, που λέγει πως θα γίνει γνωστός ο Κύριος ανάμεσα σε δυο ζώα.

 

ζ. Α νάμεσα σε δυό ζώα

«Κύριε, κατενόησα τα έργα του και εξέστην. Εν μέσω δ ύο ζώων γνωσθήσῃ εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση εν τω πχρεΐνχι τον καιρόν άνχδειχθήση» (’ββακ. 3, 2) .

«Κύριε, κατάλαβα τα έργα. σου κχι θαύμχσα. Ανάμεσα σε δυό ζώα θα γίνεις γνωστός στους ανθρώπους όταν θα φθάσει ο καιρός που θα επικρατήσει το θέλημά σου. Όταν φθάσει εκείνος ο καιρός θα φανεί η δύναμή Σου».

Θαυμάζει ο Αββακούμ βλέποντας τα έργα του Μεγάλου Γιαχβέ. Μεγάλη είναι η εντύπωσή του, όταν με το θεϊκά εμπνευσμένο μυαλό του βλέπει πως θάρθει ο Μεσσίας και οι πρώτοι άνθρωποι θα Τον δούνε και θα Τον γνωρίσουνε όταν θα βρίσκεται ανάμεσα σε δυό ζώα. Εκείνος, που το θέλημά του θα επικρατήσει σ' ολόκληρο τον κόσμο και θα φανεί η συντριπτική του δύναμη, όταν θάρθει η ώρα να γίνει γνωστός στον κόσμο, η γνωριμία του αυτή θα γίνει όταν θα βρίσκεται ανάμεσα σε δυό ζώα.

«Πρόκειται περί του περιφήμου χωρίου, το οποίον η αρχαιότης απέδωσεν εις την κατά την γέννησιν του Ιησού παρουσίασιν των δύο ζώων όνου και βοός», γράφει και πάλιν ο Γιαννακόπουλος (τ. 22 σελ. 261).

η. Η σφαγή των νηπίων .

«Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού. Ραχήλ αποκλεισμένη ουκ ήθελε παύσασθαι επί τοις υιοίς αυτής ότι ουκ εισίν» ( Ιερεμίας 38, 15) .

«Στην Ραμά ακούστηκε φωνή από θρήνους κλάματα και οδυρμούς. Η Ραχήλ εκλαιγε και δεν ήθελε να σταματήσει το κλάμα για τα παιδιά της, γιατί αυτά δεν υπάρχουν πια».

Γράφοντας αυτόν τον στίχο ο Ιερεμιας με την έμπνευση του θεού, θυμάται την παλιά εκείνην ιστορία της Ραχήλ. Την βλέπει να κλαίει και να κτυπιέται για τον χαμό του αγαπημένου της Ιωσήφ. Τώρα, ο προφήτης ακούει και πάλι το κλάμα της. Αυτή την φορά την βλέπει να βγαίνει από τον τάφο και να θρηνεί παιδιά και πάλιν δικά της. Τα παιδιά εκείνα που η θηριωδεία του αιμοβώρου Ηρώδη έσφαξε και οδήγησε στον τάφο από την παιδική και βρεφική τους ακόμα ηλικία.

’νοίγωντας το Ιερό Ευαγγέλιο, βλέπουμε στις γραμμές του τους τρεις μάγους από την Ανατολή να έρχωνται και να ρωτούν στην Ιερουσαλήμ για το νεογέννητο βασιλιά, για να Τον προσκυνήσουν. Μαθαίνει ο Ηρώδης για την γέννηση του νέου βασιλιά και τρομοκρατείται. Φοβάται μήπως η βασιλεία του ξεφύγει από τα χέρια. Καλεί τους μάγους «προσκυνήσατε αυτόν» τους λέει και όταν τον συναντήσετε και τελειώσετε ελάτε να μου πείτε πού βρίσκεται για να πάω κι' εγώ να τον προσκυνήσω. Είχε βέβαια τον σκοπό του ο τύραννος. Αμέσως μόλις θα μάθαινε από τους Μάγους πού βρίσκεται ο νέος Βασιλιάς θα έδινε διαταγή να τον σκοτώσουν για να προστατέψει την δική του βασιλεία.

Οι σκοποί και τα όνειρα του Ηρώδη έσβυσαν όταν ειδε πως δεν γύρισαν οι Μάγοι να του ανακοινώσουν τον τόπο. Ειδοποιημένοι από άγγελο Κυρίου έφυγαν από αλλού και ο Ιωσήφ με την Μαρία και το βρέφος τράβηξαν για την Αίγυπτο. 'Ετσι ο Ηρώδης, μια και δεν ήξερε ποιος ήταν ο νέος Βασιλιάς έδωσε φοβερή διαταγή. Να σκοτωθούν όλα τα παιδιά στην Βηθλεέμ και την γύρω περιοχή, όσα είναι από δυό χρόνων και κάτω.

Και έσφαξεν, έσφαξεν ο Ηρώδης. Δεκατέσσερεις χιλιάδες νεκρά παιδιά ήταν το αποτέλεσμα της θηριωδείας του. Να λοιπόν ο λόγος, που προκάλεσε τον θρήνο και τα κλάματα και τους οδυρμούς της νέας Ραχήλ, και όλων εκείνων των μητέρων στην περιοχή της Ραμά, της Βηθλεέμ και σ' όλη την γύρω έκταση.

Οι νέες Ραχήλ κλαίνε τα παιδιά τους, που κατακρεουργήθηκαν από τους αγροίκους στρατιώτες του Ηρώδη και ο Ματθαίος ο Ευαγγελιστής δίνει ζωντανή την εικόνα της σφαγής γράφοντας: «Τότε ο Ηρώδης, επειδή είδε πώς εξαπατήθηκε από τους μάγους, θύμωσε πάρα πολύ και έστειλε και σκότωσε όλα τα παιδιά στην Βηθλεέμ και σ' όλα τα περίχωρα από δυό χρονών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνο που υπολόγισε από τους μάγους. Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που έγραψε ο Ιερεμίας ο προφήτης : φωνή ακούσθηκε στην Ραμά, θρήνος, κλάμα και μεγάλος οδυρμός. Ήτο η Ραχήλ, που έκλαιε τά παιδιά της και δεν ήθελε να παρηγορηθεί γιατί δεν υπάρχουν πια». (Ματθ. 1,16-18).

Α’π' τον θεό εμπνευσμένος ο Ιερεμίας βλέπει την Ραχήλ να βγαίνει από τον τάφο και να κλαίει, αιώνες μετά τον θάνατό της. Αυτή όμως η Ραχήλ δεν είναι μιά. Είναι οι χιλιάδες εκείνες μητέρες που κλαίνε και θρηνούν τα σφαγμένα παιδιά τους.

«Ο προφήτης Ιερεμίας παριστάνει αυτήν κοινή μητέρα κλαίουσαν απαραμυθήτως τα τέκνα της, δηλ. τους απογόνους της, ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος εφαρμόζει την προφητείαν αυτήν επί τής βρεφοκτονίας την οποίαν ο Ηρώδης διέταξε κατά των νηπίων της Βηθλεέμ» (Γ. Κων/τίνου «Λεξικόν.σελ. 853).

•  Εξόριστος στην Αίγυπτο

«Διότι νήπιος Ισραήλ, και εγώ ηγάπησα αυτόν και Αιγύπ του μετεκάλεσα τα τέκνα αυτού» (Ωσηέ 11, 1) .

«Όταν ήταν σε μικρή ηλικία ο Ισραηλιτικός λαός, τον αγάπησα και κάλεσα από την Αίγυπτο τους απογόνους του».

Βρισκόταν στην Αίγυπτο ο Ισραηλιτικός λαός και στέναζε κάτω από το βάρος της δουλείας των Φαραώ. Αλλά ο θεός αγάπησε τον λαόν Του με μια απερίγραπτη αγάπη. Γι' αυτό τον λόγο θέλησε να τον ελευθερώσει από τις θλίψεις και τις κακουχίες και τον αφανισμό. Έσωσε τον λαό Του ο θεός. Αυτή είναι η ιστορική ερμηνεία του κειμένου. Παράλληλα όμως με τηήν ερμηνεία αυτή την τυπική, υπάρχει και η άλλη η βαθειά, που περιγράφει την επιστροφή του μικρού Ιησού με την Παναγία Μητέρα του και με την συνοδεία του δίκαιου Ιωσήφ, από την εξορία του στην Αίγυπτο.

Στην ερμηνεία λοιπόν την κατά λέξη, βλέπουμε στην προφητεία την έξοδο των Ισραηλιτών και την απαλλαγή τους από την αιγυπτιακή δουλεία και την σκληρή τυραννία. Στην δεύτερη όμως ερμηνεία, που το ’γιο Πνεύμα αποκάλυψε στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, σημαίνει, όπως λέει ο Γιαννακόπουλος, την επιστροφή του Ιησού από την εξορία.

Ο Ματθαίος που έζησε από κοντά τον Μεγάλο Δάσκαλο και γνώρισε καλά τη ζωή του, βλέπει ολοκάθαρα στην προφητεία αυτή του Ωσηέ, κοντά στην επιστροφή του Ισραηλιτικού λαού και την επιστροφή του Μονογενή Υιού του Θεού, του Κυρίου Ιησού Χριστού, γι' αυτό τον λόγο σημειώνει στο Ευαγγέλιό του ότι ο Ιωσήφ «εξύπνησε, επήρε νύχτα το παιδί και την μητέρα του και έφυγε για την Αίγυπτο και έμεινε εκεί μέχρι του θανάτου του Ηρώδη για να εκπληρωθεί εκείνο που ο Κύριος είπε διά του προφήτου, εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον Υιόν μου» (Ματθ. 2,1

Οι Μάγοι και το άστρο της Βηθλεέμ Πρωτοπρ. Ιωάννου Αγγελιδάκη, Ο λόγος σαρξ εγένετο- Το μυστήριο της Γεννήσεως- Ενανθρωπήσεως του Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού, Ερμούπολις 2017, εκδ. Ι. Μ. Σύρου, σελ. 133-142


Οι Μάγοι, επιστήμονες αστρονόμοι και αστρολόγοι της εποχής εκείνης , από τα βάθη της Ανατολής, όπου ήταν γνωστή η επίδοση των σοφών σε θέματα ουρανίων φαινομένων, δεν διαπιστώνουν καμία αμφιβολία για την ορθότητα της «πρόγνωσής» τους, αντίθετα τονίζουν ότι «είδομεν τον αστέρα αυτού εν τη Ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ» ( Ματθ. β' 2). Η βεβαιότητα αυτή των Μάγων ανησυχεί και ταράσσει τον Ηρώδη, που ήταν πολιτικός άρχοντας και βασιλέας στην Ιουδαία τα χρόνια εκείνα, προς τον όποιο έρχονται να ζητήσουν πληροφορίες για τη γέννηση του νέου τεχθέντος Βασιλέως των Ιουδαίων και να πάρουν φυσικά την άδεια να τον προσκυνήσουν, και «μετ' αυτού εταράχθη και Ιερουσαλήμ», για τις τραγικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η αναπάντεχη αυτή πληροφορία από τους ξένους σοφούς, γιατί γνωρίζουν τη μανία του άρχοντά τους προς κάθε κίνηση διαδοχής του θρόνου. Η άπάντηση που δόθηκε στον Ηρώδη, από τους αρχιερείς τους οποίους κάλεσε σε μυστική σύσκεψη για να δώσουν εξήγηση και ερμηνεία για το φαινόμενο που υπαινίσσονται οι Μάγοι, ήταν θετική, ότι δηλαδή, πράγματι οι Γραφές και οι προφητικές παραδόσεις αιώνων, ομιλούν για την έλευση και γέννηση ενός «βασιλέως» Μεσσία, όχι όμως στα Ιεροσόλυμα αλλά στην αρχαία και ένδοξη πόλη της Βηθλεέμ της γης Ιούδα, «όστις ποιμανεί τον λαόν του Ισραήλ» (Ματθ. β', 6. Μιχ. Ζ΄ 1-2. Β' Βασ. ε΄ 2 κ.εξ.).

Οι Μάγοι ήλθαν, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από ανατολάς, που σημαίνει για την εποχή εκείνη και για την Ιουδαία συγκεκριμένα, ότι προέρχονταν από την Περσία, τη Μηδεία, την Αραβία, ή και αυτή ακόμη τη Μεσοποταμία. Η Μεσοποταμία ιδιαίτερα, που ήταν και περιοχή της αρχαίας βαβυλωνιακης αυτοκρατορίας, είχε μεγάλη φήμη τότε για τα αστρονομικά ενδιαφέροντα των σοφών της και για τους φημισμένους Μάγους, αστρολόγους επιστήμονες της εποχής. Η ευαγγελική διήγηση, κάνοντας αναφορά στην έπίσκεψη των Μάγων «από ανατολάς» και επισημαίνοντας τη δυνατότητα «πρόγνωσής» τους για κάποιο σημαντικό γεγονός, δεν είναι μακριά άπό την ατμόσφαιρα και την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα για τους λαούς της Ανατολής.

Ο Ματθαίος, αναφερόμενος στο επεισόδιο των Μάγων, μας ομιλεί για κάποιο «άστρο της Βηθλεέμ», που είδαν οι σοφοί αυτοί «από ανατολών» και που το χαρακτήρισαν ως «τον αστέρα αύτού» του νέου «τεχθέντος βασιλέως των Ιουδαίων» (Ματθ. β' 2). Αυτό το «σημείο» έγινε αφορμή για την επίσκεψή τους αλλά και για συμπεράσματα του «μηνύματος» που έρχονταν από τον «αστέρα αυτού». Και ο Απόστολος Παύλος θεωρώντας τα γεγονότα του Ιησού από άλλη σκοπιά, πιθανώς να υπονοεί αυτό το ίδιο «άστρο», όταν στην προς Γαλάτας επιστολή του αναφέρεται σε κάποιο «πλήρωμα του χρόνου», που συνοδεύει τη Γέννηση του Υιού του Θεού, του γεννηθέντος «εκ γυναικός» και «υπό νόμον», και μάλιστα σύμφωνα με τις προγνώσεις που μας έδωσαν και αυτά τα «στοιχεία του κόσμου» ( Γαλ. δ' 3-4). Όμοια και στη θεολογική γλώσσα της Αποκαλύψεως του Ιωάννη, ο Ιησούς ως η «ρίζα και το γένος Δαυίδ» στην ιστορική του πραγματικότητα συμβολίζεται με «τον αστέρα τον λαμπρόν και πρωινόν» (Αποκ. κβ' 16). Α λλά και στο μέλλον και πάλι με μια έννοια εσχατολογική, «ως άστήρ» φωτεινός θα «διαυγάση και ανατείλη εν ταις καρδίαις ημών» ( Β' Πετρ. α΄, 19).

Σχετικά με το άστρο της Βηθλεέμ έχουν διατυπωθεί, όχι μόνο από θεολόγους, αλλά και από φυσικούς έπιστήμονες της ειδικότητας της αστρονομίας διάφορες θεωρίες, από πολύ ενδιαφέρουσες μέχρι και πολύ αφελείς. Όλες αυτές θέλουν να τονίσουν ότι τελικά το «άστρο» αυτό δεν πρέπει να θεωρείται σαν ένα μυθικό και φανταστικό φαινόμενο, ούτε σαν διακοσμητικό στοιχείο του όλου «σκηνικού» της χριστουγεννιάτικης φάτνης, αλλά φαινόμενο ιστορικό και πραγματικό που επιδέχεται ασφαλώς ερευνητική μελέτη και σοβαρή επιστημονική ανάλυση.

Μερικοί από αυτούς υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για το γνωστό σήμερα φαινόμενο που προκαλείται κατά τη συνάντηση των τριών πλανητών, του Κρόνου, του Δία και της Αφροδίτης. Φαινόμενο, που πράγματι κατά τους ιστορικούς της αστρονομίας συνέβη το έτος 747 από κτίσεως Ρώμης ή το 7 π.Χ. Αυτή είναι η γνωστή θεωρία της συνάντησης των πλανητών που πρώτος την διατύπωσε ο μεγάλος άστρονόμος Κέπλερ και έχει ως σήμερα πολλούς θερμούς υποστηρικτές. Κατά τις διαδικασίες της συνάντησης αυτής, όταν ο κύριος πλανήτης Δίας εισέρχεται στην πλανητική τροχιά για συνάντηση των άλλων πλανητών, τότε έχουμε ένα έντονο οπτικό φαινόμενο, την «εμφάνιση» ή την «ανατολή» του «αστέρος» δηλαδή του πλανήτη Δία. Αυτή η ανατολή του αστέρος, κατά τον Κέπλερ, έγινε ταυτόχρονα αισθητή στην Ανατολή από τους Μάγους και στη Βηθλεέμ από τους ποιμένες, που τη νύχτα εκείνη ξαγρυπνούσαν φυλάσσοντας τα ποίμνια τους (βλ. Λουκ. β' 8). Μετά παρέλευση δύο ή τριών μηνών έχουμε τη δύση ή την «έξοδο» του Δία από την τροχιά του αυτή και τη λήξη της συνάντησης. Τότε παρατηρείται και πάλι το ίδιο έντονο φωτεινό φαινόμενο που παρουσιάζεται στην αρχή, ωσάν δηλαδή να εμφανίζεται εκ νέου και να ανατέλλει ο «αστέρας».

Η παρατήρηση επομένως του Ματθαίου, και πάλι κατά τη θεωρία αυτή, ότι οι Μάγοι «εξ ανατολών», εξερχόμενοι μετά την επίσκεψή τους από τα Ιεροσολυμα και πορευόμενοι προς τη Βηθλεέμ, «ειδον τον αστέρα και εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα», με τη σημαντική προσθήκη ότι ο αστήρ αυτός ήταν ο ίδιος με τον «αστέρα», «ον είδον εν τη Ανατολή» (Ματθ. β' 9-10), είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη φυσική κίνηση του πλανήτη Δία και τη διπλή εμφάνισή του κατά την είσοδο και έξοδο από την τροχιά συνάντησης με τους άλλους δύο πλανήτες.

Η χρονική άπόσταση των δύο ή τριών περίπου μηνών μεταξύ των εμφανίσεων αυτών του «αστέρος» δεν μας δημιουργεί προβλήματα, γιατί έχει υπολογισθεί ότι ο χρόνος ενός ταξιδιού από τη Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη με τα μέσα της εποχής εκείνης απαιτούσε την ίδια χρονική διάρκεια. Εξάλλου, γνωρίζουμε, αφ' ενός μεν από τον Λουκά, ότι οι ποιμένες, που είδαν τον «αστέρα» κατά την πρώτη εμφάνισή του, πήγαν και προσκύνησαν το θείο Βρέφος στη φάτνη τη βραδιά της Γέννησης ( Λουκ . β' 16), αφ' ετέρου από τον Ματθαίο, ότι οι Μάγοι είδαν τη δεύτερη εμφάνιση του «αστέρα» στον δρόμο προς Βηθλεέμ και πρόσφεραν τα δώρα τους «εις την οικίαν» και όχι στη φάτνη (Ματθ. β' 11).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για υπερφυσικό φαινόμενο και άγγελο που εμφανίστηκε σαν αστέρας. Ο ιερός Χρυσόστομος διατυπώνει τα εξης έπιχειρήματα για το ότι ο αστέρας δεν ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, όπως πολλοί υποστηρίζουν αλλά και ένα έκτακτο θαυμαστό και υπερφυσικό σημείο του Θεού: «...ότι ου των πολλών εις ο αστήρ ούτος ην, μάλλον δε ουδέ αστήρ, ως εμοί δε δοκεί, αλλά δύναμίς τις αόρατος εις ταύτην μετασχηματισθείσα την όψιν, πρώτον άπύ της πορείας αύτης δηλον, ου γαρ έστιν, ουκ έστιν αστήρ τις ταύτην βαδίζων την οδόν, άλλά καν ήλιον είπης, καν σελήνην, καν τους άλλους άπαντας αστέρας. Ούτος δε από άρκτου προς μεσημβρίαν εφέρετο... Ουδέ ιδίαν τινά πορείαν είχεν, αλλ' ότε μεν έδει βαδίσαι αυτούς, εβάδιζεν, ότε δε στήναι, ίστατο, προς το δέον πάντα οικονομών, καθάπερ ο στόλος της νεφέλης, και καθίζων και εγείρων το στρατόπεδον των Ιουδαίων, ηνίκα εχρήν... Επεί ουν (τους Μάγους) ήγαγε και εχειραγώγησε και προς την φάτνην έστησε, ουκέτι δι' άστρου, αλλά δι' αγγέλου λοιπόν αυτοίς διαλέγεται...» (PG 57, 64-6) .

Και ο Ψευδο-Καισάριος λέγει: «Ο θείος Ευαγγελιστής... ως αστέρα τον άγγελον οδηγόν της προσκυνήσεως τίθησιν... Ότι δε ουκ αστήρ, αλλά νοερά τις και λογική υπήρχε δύναμις ο των Μάγων καθηγητής, εξ αυτής παιδευόμεθα της εκείνου κινήσεώς τε και στάσεως. Των γαρ αστέρων οι μεν αεικίνητοι, ουκ ηρεμούσι της κινήσεως, οι δε ιστάμενοι ου κινείται. Ούτος δε αμφιδέξιος φαίνεται, κινούμενος και ιστάμενος και αποκρυπτόμενος τους οδηγουμένους... αστήρ μεν φαινόμενος, άγγελος δε νοούμενος εθνών οδηγός...» ( PG 38, 973-6).

Ο περίφημος Ρωμανός ο Μελωδός έχων υπόψη του τον Ιερό Χρυσόστομο λέει: «... αστήρ μεν έστιν εις το φαινόμενον, δύναμις δε τις προς το νοούμενον. Συνήλθε μάγοις, ως λειτουργών μου, και έτι ίσταται, πληρών διακονίαν την αυτού, και ακτίσι δεικνύων τον τόπον όπου ετέχθη παιδί ον νέον».

Ο Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς († 165) λέγει: «Ανατείλαντος ουν και εν ουρανώ άμα τω γεννηθηναι αυτόν αστέρος... οι από Αραβίας μάγοι, εκ τούτου επιγνόντες, παρεγένοντο και προσεκύνησαν αυτώ» (1).

Και ο Ωριγένης ομιλεί δια «... τον οφθέντα αστέρα εν τη ανατολή...» (2). Ο ιστορικός Ευσέβιος (†προ του 340) αναφέρει: «φανείς τότε τοις μάγοις επεφέρετο» (3). Αλλά εύλογη προβάλλει σε καθέναν από εμάς η απορία: πως προήλθε η αντίληψη των Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων ότι ο εμφανισθείς εις τους τρεις Μάγους-βασιλείς αστέρας, δεν είναι πραγματικός αστέρας αλλά «’γγελος», οδηγώντας αυτούς στην προσκύνηση του τεχθέντος Θεανθρώπου; Εν πρώτοις οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η προσκύνηση των Μάγων έλαβε χώρα εντός δύο ετών από της Γεννήσεως του Σωτηρος, όπως συνάγεται από την αφήγηση του ευαγγελιστού Ματθαίου, ο οποίος αναφέρει ότι η προσκύνηση συνδέεται με τη σφαγή των νηπίων «από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» ο Ηρώδης. Την εμφάνιση δι' αστέρος του Αγγέλου οι περισσότεροι από τους Πατέρες και τους Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς παρέλαβαν άπό την Παλαιά Διαθήκη η όποία προλέγει την εμφάνιση του αστέρος: «Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ...». (Αριθ. κδ' 17). Ο αναφερθείς Ιουστίνος θεωρεί τον αστέρα ως αυτόν τον Χριστόν: «’στρον δε φωτεινόν ανέτειλε και άνθος ανέβη από της ρίζης Ιεσαί, ούτος ο Χριστός»! και «ως άστρον έμελλεν ανατελείν αυτός δια του γένους του Αβραάμ, Μωυσής παρεδήλωσεν ούτως ειπών, Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ...», και αλλαχού «άστρον δια Μωυσέως ... κέκληται ο Χριστός» (4). Ο Ρωμανός ο Μελωδός στο γνωστό κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον», λέγει: «Ακριβώς γαρ ημίν ο Βαλαάμ παρέθετο των ρημάτων τον νουν ων περ προεμαντεύετο ειπών ότι μέλλει αστήρ ανατέλλειν, αστήρ σβεννύων πάντα μαντεύματα...αστήρ αστέρος του φαινομένου υπερφαιδρότερος πολύ, ως πάντων άστρων ποιητής... ο προ αιώνων Θεός ». Στον Ακάθιστο Ύμνο ο υμνωδός εξαίρει τον Χριστό ως αστέρα λέγων: «...Χαίρε, αστέρος α δοτου Μήτηρ». Τέλος ο Κανών Κοσμά του Μελωδού λέει: «Του μάντεως πάλαι Βαλαάμ των λόγων μυητάς σοφούς, αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ του Ιακώβ, ανατείλας Δέσποτα» (Τροπ. δ' ωδής καν. Χριστουγέννων).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί με επιχειρήματα γιατί ο «αστήρ» δεν ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά έκτακτο σημείο του Θεού: α) Εξ αιτίας της πορείας του: «όλους τους αστέρες, τους βλέπουμε να προχωρούν από την ανατολή προς τη δύση. Αυτός όμως από βορά προς νότο... διότι έτσι βρίσκεται η Παλαιστίνη εν σχέσει με την Περσία», β) Εξ αιτίας του καιρού: «διότι δεν φαίνεται κατά τη νύχτα, αλλά στη μέση της ημέρας όταν λάμπει ο ήλιος, πράγμα που δεν είναι της δυνάμεως αστέρα». γ) Εξ αιτίας του ότι «εμφανίζεται και πάλι κρύβεται. Διότι φαινόταν στον δρόμο μέχρι την Παλαιστίνη οδηγώντας. Και επειδή ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα κρύφτηκε. Μετά πάλι, αφήνοντας τον Ηρώδη αφού τον δίδαξαν οι Μάγοι, γιατί ήλθαν, και επρόκειτο να αναχωρήσουν, εμφανίζεται, πράγμα που δεν είναι κίνηση άστρου, αλλά κάποιας σοφής δυνάμεως». δ) Εξ αιτίας του τρόπου που εμφανίζεται (Ματθ. β' 9). «Πως λοιπόν ο αστέρας, πες μου, έδειχνε τον στενό τύπο της φάτνης και της καλύβας εάν όχι, αφήνοντας εκείνο το ύψος, κατέβηκε κάτω και σταμάτησε πάνω στο κεφάλι του παιδιού;» (5).

Τον άμεσο συσχετισμό του «αστέρος» της Βηθλεέμ με την εμφάνιση άστρου ή κάποιου κομήτη δέχεται και ο Ωριγένης, ένας από τους μεγάλους ερμηνευτές θεολόγους της χριστιανικής αρχαιότητας. Ασφαλως η εμφαντική υπογράμμιση από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, ότι τον «αστέρα» της Βηθλεέμ τον παρατήρησαν και Μάγοι στην Ανατολή, ήταν φυσικό να οδηγήσει πολλούς προς την κατεύθυνση αυτή του συσχετισμού του «αστέρος» με κάποιο γνωστό ή άγνωστο ως τότε ουράνιο φαινόμενο. Βέβαια υπάρχει και η άλλη άποψη, που συνήθως υποστηρίζεται από πολλούς σοβαρούς ερμηνευτές θεολόγους, ότι το «άστρο» της Βηθλεέμ δεν μπορούσε να ήταν κάποιο φυσικό φαινόμενο αλλά μάλλον κάποιο έκτακτο και υπερφυσικό γεγονός, κι επομένως δεν επιτρέπεται να εντάσσεται στο χώρο της μελέτης των φυσικών νόμων και φαινομένων (6). .

«Ο διαπρεπής, τακτικός Καθηγητής της Αστρονομίας εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών και Διευθυντής τοϋ Αστρονομικού Ινστιτούτου του αστεροσκοπίου Αθηνών Σταύρος Πλακίδας στο έργο του “Το ’στρο της Βηθλεέμ” (Αθήνα 1952), παραφυλάττων ανεπιφυλάκτως την αξιοπιστίαν της Ευαγγελικης πηγης αφ' ενός, αφ' ετέρου δε ανακρίνων το θέμα επιστημονικώς, λόγω της ειδικότητάς του, καταλήγει εις το συμπέρασμα, ότι «ουδεμία επιτρέπεται αμφιβολία περί του ότι όντως συνέβη εξαιρετικόν τι αστρονομικόν φαινόμενον κατά την Γέννησιν, όπως και κατά την Σταύρωσιν. Η εξιστόρησις του γεγονότος τούτου δεν είναι άπλη ποιητική επινόησις ή μυθική πλοκή, έχουσα ως μόνον σκοπόν κενήν τινα έξαρσιν των συνθηκών της ενανθρωπήσεως τοϋ Σωτηρος, αλλά αναμφισβήτως ιστορική άφήγησις πραγματικύτητος την οποίαν ουδείς δικαιούται να αρνηθή όλως αυθαιρέτως» (7).


Υποσημειώσεις

(1) ΒΕΠΕΣ, τ. 3, 307. Α. Απολ. 32, 10-126, I 325.

(2) Κατά Κέλσου 1,58. ΒΕΠΕΣ τ. 9, σ. 112,16.

(3) Ο αστήρ. τον οποίον είδαν κατά την Ανατολήν οι Μάγοι. Ευσεβίου, Ευαγγελική Απόδειξις, 9.1. ΒΕΠΕΣ τ. 28, 14,2.

(4) ΒΕΠΕΣ τ. 3, 307. Α. ’πολ. 32, 10-126. Ι 325.

(5) Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία εις τον Ματθ. β'- στ'. PG 64.

(6) Γεωργ. Πατρώνου, Η ιστορική πορεία του Ιησού, Εκδ. Δόμος 1997, σελ. 120-155.

(7) Λεων. Φιλιππίδη, Η Ιστορία της εποχής της Κ. Διαθήκης 1958, σελ

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη

Παραμονές Χριστουγέννων καί, ὅπως συμβαίνει ὅλο καί συχνότερα τά τελευταῖα χρόνια, βλέπουν τό φῶς τῆς δημοσιότητας κείμενα πού "καταγγέλουν" ὅτι ἔχει χαθεῖ τό νόημα τῆς γιορτῆς καί ὅτι ὁ ὑπερκαταναλωτισμός ἔχει ἐπιβάλει τό ὕφος καί τήν κυριαρχία του. Ὅμως ἄν ἀπογυμνωθοῦν οἱ γιορτές αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀπό τό φολκλορικό τους στοιχεῖο, τά ρεβεγιόν, τήν εὐκαιρία γιά ὀλιγοήμερες διακοπές καί τίς ὑποχρεωτικές οἰκογενειακές συγκεντρώσεις, "πού τίς ἐπιβάλουν οἱ μέρες", τί θά ἀπέμενε ἄραγε γιά τούς πολλούς πού νά θυμίζει ὅτι εἶναι Χριστούγεννα;

Τό ἐρώτημά μας δέν ἀντιμάχεται τήν, δικαιολογημένη ἄλλωστε, δυσθυμία πού καλύπτεται πίσω ἀπό τή "γκρίνια". Θέλουμε ὅμως νά προκαλέσουμε τή σκέψη, καί γιατί ὄχι καί τήν ψυχή μας, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι πιά δεδομένα καί αὐτονόητα καί ἡ μεμψιμοιρία δέν μπορεῖ νά τά διορθώσει. Τό πολύ νά τονισθεῖ καί γραπτῶς τό ἔλλειμμα νοήματος καί νά ἐπιδεινωθεῖ τό αἴσθημα τῆς πνευματικῆς μιζέριας καί τῆς συναισθηματικῆς στέρησης πού συγκαλύπτει ἡ τεχνητή λάμψη τῶν ἡμερῶν.

Εἶναι φανερό ὅτι ἡ καταναλωτική ἔξαρση δέν ἀποτελεῖ τή φυσική ἐκδήλωση μιᾶς εὐτυχίας πού ζητᾶ ἐκτόνωση ἀλλά λειτουργεῖ σάν διεγερτικό μιᾶς χαρᾶς πού δέν ἔχει λόγο καί νόημα ὥστε νά ἐκδηλωθεῖ αὐθόρμητα. Ἡ ὑπερφωταγωγημένη ἐρημία τῶν ἀπρόσωπων πόλεων ἀγωνίζεται νά συσκοτίσει τή σχεδόν ὑπομανιακή ὑποχρεωτική εὐθυμία. Τίποτα ὅμως δέν μπορεῖ νά κρύψει τήν κατάθλιψη πού φουντώνει τέτοιες μέρες, τίς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας πού αὐξάνουν καί τά "κοριτσάκια μέ τά σπίρτα" πού γίνονται ὁρατά ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Στό πνευματικό ἐπίπεδο, ἄλλωστε, πόσο μακριά βρισκόμαστε ἀπό αὐτά σχεδόν ὅλοι μας.

Τό νά καταφύγει κανείς σέ μελαγχολικές διαπιστώσεις εἶναι εὔκολο· καί τό ἑπόμενο βῆμα εἶναι συνήθως ἡ καταφυγή στό πρόσχημα καί στήν ψευδαίσθηση τῶν ἀναμνήσεων τοῦ παλιοῦ καλοῦ καιροῦ, μέχρι νά κυλίσουν οἱ μέρες καί νά ἐπιστρέψουμε στήν ψυχοφθόρα ἀσφάλεια τῆς ρουτίνας μας.

Ἄς μήν καθηλωθοῦμε ὅμως στίς θλιβερές διαπιστώσεις, ὅσο ἀληθινές κι ἄν εἶναι αὐτές. Ἐάν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τήν καθυπόταξη τῆς σκέψης μας στήν ἀπογοήτευση πού γεννᾶ ἡ παρατήρηση αὐτῶν τῶν φαινομένων καί προσεγγίσουμε τό ψυχολογικό τους ὑπόβαθρο, μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε σέ ἐνδιαφέρουσες ἀνακαλύψεις.

Μέ ὅποιο τρόπο κι ἄν προσπαθεῖται νά καταπνιγεῖ ἡ κραυγή τῆς ὑπαρξιακῆς μας ἀγωνίας, εἴτε στό θόρυβο τῶν ρεβεγιόν, εἴτε κάτω ἀπό τό πέπλο τῆς φαντασμαγορίας καί τῆς τεχνητῆς εὐφορίας, ἡ μεταμφιεσμένη κατάθλιψη παραμένει ἡ ἀληθινή, κυριαρχοῦσα συναισθηματική κατάσταση. Οἱ εἰδικοί γνωρίζουν καλά τήν ἀμυντική βουλιμική διάθεση τοῦ καταθλιπτικοῦ ἀτόμου, πού προσπαθεῖ νά συγκαλύψει μέ "στοματικές" ἱκανοποιήσεις, ὅπως ἡ καταναλωτική μανία, τό ἔλλειμμα πού βιώνει στό συναισθηματικό ἐπίπεδο. Τυπικό τό παράδειγμα τῆς συζύγου, πού προσπαθεῖ νά ἀνακουφίσει τό καταθλιπτικό ἄγχος τῆς συναισθηματικῆς της στέρησης, "σηκώνοντας" τά μαγαζιά. Ὁ ἴδιος μηχανισμός μᾶς ὠθεῖ νά ἐκφραζόμαστε ψευδοευφορικά στήν προσπάθεια νά ἀποφύγουμε τή συναίσθηση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κενοῦ καί τῆς δυσθυμικῆς μας διάθεσης.

Τί μᾶς κάνει λοιπόν ὁμοθυμαδόν μελαγχολικούς καί κατ' ἀνάγκη συμμέτοχους τῆς προκατασκευασμένης καί ψευδεπίπλαστης ἱλαρότητας πού χαρακτηρίζει τό κλίμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν; Ἄν τά Χριστούγεννα ἦσαν ἐξ ὁρισμοῦ ἄνευ Χριστοῦ, μιά γιορτή τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου ὅπως ἦταν προχριστιανικά ἡ 25η Δεκεμβρίου, τότε ἴσως δέν θά εἶχαν νόημα οἱ σκέψεις καί οἱ προβληματισμοί. Θά μπορούσαμε νά ἐπαναπαυθοῦμε στή σιωπηλή συμφωνία ὅτι κάποιες εὐκαιρίες διαφυγῆς ἀπό τή ρουτίνα εἶναι χρήσιμες· ἑπομένως καί νά συμβιβαστοῦμε μέ τήν ὑποταγή στή χρησιμοθηρία τοῦ γιορτασμοῦ. Ὅσο δέ πιό ἐκκωφαντική ἡ ἀνάπαυλα, τόσο πιό μεγάλη ἡ συγκάλυψη τοῦ τραγικοῦ στοιχείου τῆς καθημερινότητάς μας.

Ὅμως τό βαθύτερο αἴτημα τῆς λύτρωσής μας ἀπό τή φθορά, τό χρόνο καί τήν ἀναγκαιότητα δέν μπορεῖ νά ἀπαντηθεῖ μέ τήν ὑποταγή σέ θεσμοθετημένες ἐπιμέρους ἀναγκαιότητες, ἔστω διασκεδαστικές ἀλλά τελικά πάντοτε φθοροποιές. Πόση χαρά μπορεῖ νά περιέχει ἕνα πανηγύρι στό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι γιορτάζεται ἡ γέννηση Ἐκείνου πού θά μποροῦσε νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν δουλεία τῆς πνευματικῆς μας ἀνελευθερίας καί τῆς ὑπαρξιακῆς μας μιζέριας, ὅταν Τόν ἔχουμε ἤδη ἐξορίσει ἀπό τή ζωή μας καί ἀπό τό νόημά της; Ποιό γαμήλιο γλέντι δικαιολογεῖ τούς πανηγυρισμούς καί τίς γιορταστικές ὑπερβολές ὅταν ἔχει ἐκδιωχθεῖ ὁ "νυμφίος"; Τέτοιοι "γάμοι" μοιάζουν περισσότερο μέ κηδεῖες τῶν ὁποίων ἡ λαμπρότητα ὀφείλεται κυρίως στίς ἐνοχές τῶν οἰκείων παρά στήν ἀγάπη καί τή χριστοκεντρική ἐλπίδα.

Ἡ συγκαλυμμένη μελαγχολία τῶν ἡμερῶν μπορεῖ νά κρύβει τό ἐνοχοποιημένο πένθος γιά τόν ἐξοστρακισμό τῆς ἐνσαρκωμένης μας ἐλπίδας· τοῦ προαιώνιου Θεοῦ πού "παιδίον γέγονεν" καί ἀναζητᾶ ἐγκάρδιες φάτνες γιά νά τίς μετατρέψει, φιλοξενούμενος ἐκεῖ, σέ οἴκους τοῦ Πατρός Του.

Παρόλο τόν ξεπεσμό της ὑπάρχει κάτι θετικό καί ἐλπιδοφόρο σ' αὐτή τή συνεχῶς πιό ἐκκοσμικευμένη ἀτμόσφαιρα τῆς γιορτῆς. Ὅσο πιό ψευδεπίπλαστα ἐπιμένουμε νά τή γιορτάζουμε, πνίγοντάς την σέ φῶς ἀπό "νέον" καί πλαστικά πλουμίδια, τόσο πιό κούφια καί ἄπελπις θά εἶναι ἡ γεύση πού θά ἀφήνει. Καί τόσο πιό πολύ ὁ λαός "ὁ καθήμενος ἐν σκότει" θά ἀρχίσει νά ἀναζητᾶ τό Μέγα Φῶς πού τό συλλογικό του ἀσυνείδητο θυμᾶται πώς γνώρισε κάποτε. Ἴσως λοιπόν τότε νά ξαναζητήσει τόν ἀστέρα πού ὁδηγεῖ στή φάτνη. Στήν προσωπική καρδιακή φάτνη τοῦ καθενός πού θά κατανοήσει ὅτι ὅσο ταπεινή καί βρώμικη κι ἄν εἶναι, ὁ Χριστός θά τήν καταδεχθεῖ, θά τήν ἐνοικήσει καί θά τήν μετατρέψει σέ σῶμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Μέχρι τότε, ὅσοι ἀπό μᾶς θέλουν νά βρίσκονται κοντύτερα στή φάτνη παρά στά ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη ἄς προσπαθήσουμε νά ζήσουμε τή γιορτή καί τή ζωή μας μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἄν κάποιος μᾶς ρωτήσει γιά τό ἀστέρι τῶν μάγων ἤ παρατηρήσει τή δική μας πορεία νά βρεῖ τό σωστό δρόμο. Τότε ἡ χαρά τῆς γιορτῆς θά ξαναβρεῖ τό νόημα καί τήν αὐθεντικότητά της. Τότε ἡ χαρά τῆς γιορτῆς θά ξαναβρεῖ τό νόημα καί τήν αὐθεντικότητά της. Τότε, ἀντί τῆς παθητικῆς μας συμμετοχῆς σέ ψευδοπαρηγορητικά τηλεοπτικά βαριετέ, ἴσως σταθοῦμε ἱκανοί νά ἀπολαύσουμε τήν εὐφρόσυνη καί βιωματική μας συμμετοχή στόν χαρμόσυνο ὕμνο: "Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε". 

Ιαμβικός Κανών ποιήμα του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού Μτφρ. Ανθούσης Μοναχής, Εορτοδρόμιο Β΄ Ερμηνεία των κανόνων πεζού και ιαμβικού της του Χριστού γεννήσεως, Β΄εκδ. Αθήνα 1995, σελ. 96-117


Ωδή α΄. Ειρμός

Έσωσε ο Κύριός μας τον παλαιό καιρό τον Ισραηλιτικό λαό θαυματουργικά με το που μετέβαλε το υγρό κύμα της θάλασσας σε στεριά. Και τώρα πάλι με την εκούσια γέννησή Του από την Παρθένο, έκανε ευκολοδιάβατο σε μας το δρόμο για τον Ουρανό. Αυτός λοιπόν που είναι στην ουσία ίσος και με τον Θεό Πατέρα ως Θεός και με μας τους ανθρώπους, δοξολογούμε.

Τροπάριον α΄

Η αγιασμένη κοιλία ολοκάθαρα απεικονιζόμενη από την άκαυτη βάτο, βάσταξε τον Θεόν Λόγον, που ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, ελευθερώνοντας της Εύας την ταλαίπωρη κοιλία από την παλιά πικρή κατάρα. Αυτόν εμείς οι θνητοί δοξολογούμεν.

Τροπάριο β΄

Έδειξε φανερά το αστέρι στους Μάγους τον Θεόν Λόγον, που υπήρχε πριν από τη δημιουργία του κτιστού ήλιου και που ήρθε για να καταργήσει το σκοτάδι της αμαρτίας· έδειξε Εσένα, τον φιλάνθρωπο, μέσα σε μια φτωχική σπηλιά, περιτυλιγμένο με σπάργανα. Αυτόν χαίροντες οι Μάγοι είδαν και ανεγνώρισαν τον ίδιο άνθρωπο και Θεό.

Ωδή γ΄. Ειρμός

Θεέ, ο ευεργέτης μας πρόσδεξε με συμπάθεια τους ύμνους των δούλων Σου, ταπεινώνοντας την αλλαζονική έπαρση του εχθρού (Διαβόλου) και απαλλάσσοντας τους υμνητάς Σου, μακάριε παντεπόπτη, από την αμαρτία, ακλόνητα στηριγμένους στο θεμέλιο της πίστεως.

Τροπάριον α΄

Η συντροφιά των ποιμένων, που διανυκτ έρευαν στους αγρούς, όταν αξιώθηκε να δει, με ακατανόητο τρόπο, το τρισευτυχισμένο νεογέννητο της Πάναγνης Νύμφης, και τις τάξεις των Ασωμάτων Αγγέλων να υμνούν μελωδικά τον Δεσπότη Χριστό, που πήρε ανθρώπινη σάρκα χωρίς σπορά ανδρός, συνταράχτηκε από θαυμασμό για το παράδοξο αυτό γεγονός.

Τροπάριο β΄

Ο Κυρίαρχος των ουρανών, από μεγάλη ευσπλαγχνία γίνεται άνθρωπος σαν κι εμάς από την ανύμφευτη Κόρη, Αυτός ο Λόγος, που πρώτα ήταν άϋλος ως Θεός, αλλά τον τελευταίο καιρό ντύθηκε και την ανθρώπινη σάρκα, για να τραβήξει κοντά Του τον Αδάμ, τον πρωτόπλαστο, που είχε πέσει στην αμαρτία.

Ωδή δ΄. Ειρμός

Την αναγέννηση του ανθρωπίνου γένους προφητεύει ψάλλοντας τον παλαιό καιρό ο προφήτης Αββακούμ, όταν αξιώθηκε να δει, με τρόπο ακατανόητο, αυτήν νοερά. Γιατί παράδοξο βρέφος, ο Λόγος του Θεού, βγήκε από το κατάσκιο βουνό, την Παρθένο, για να αναγεννήσει την ανθρωπότητα.

Τροπάριο α΄

Ύψιστε, όμοιος στην φύση με μας τους θνητούς γεννήθηκες από τη Παρθένο Μαρία, προσθέτοντας θεληματικά την ανθρώπινη σάρκα (στην θεϊκή Σου φύση), για να μας καθαρίσεις από το φαρμάκι της κεφαλής του φιδιού- του Διαβόλου- οδηγώντας μας έτσι, ως Θεός εκ φύσεως, όλους προς τις ανήλιαγες πύλες ( της αμαρτίας) στο φως που φέρνει ζωή.

Τροπάριο β΄

Έθνη ειδωλολατρικά βυθισμένα πριν στην φθορά ( της ασέβειας και της αμαρτίας) τώρα παντελώς λυτρωμένα από τον αφανισμό του εχθρού (Διαβόλου) υψώσατε τα χέρια σας και κτυπώντας τα με χαρά ψάλατε ευχαριστήρια άσματα λατρείας στον Χριστό, που από ευσπλαγχνία ήλθε σ' εμάς μοναδικός ευεργετικός.

Τροπάριο γ΄

Αν και βλάστησες από το γενεαολογικό δένδρο του Ιεσσαί, Παρθένε, όμως ξεπέρασες τους νόμους της ανθρώπινης φύσεως, γιατί γέννησες τον προαιώνιο Λόγο του Θεού Πατρός, καθώς Αυτός δέχτηκε να διαπεράσει την παρθενική σου μήτρα με την ταπείνωσή Του την παράδοξη.

Οι Μάγοι ενώπιον του Υιού του Θεού Καλλιστράτου Ν. Λυράκη, Η Παρθενομήτωρ, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2003, σελ. 187-193.

 

 

Σύμφωνα με την αγιογραφική εξιστόρηση και πατερική επιβεβαίωση, μετά τη μετάβαση της Θεομήτορος και του Ιωσήφ στο Ναό-όπου έφεραν το Παιδίον Ιησούς, βρέφος τεσσαρακονθήμερο- πέστρεψαν στη Βηθλεέμ. Εκεί εγκαταστάθησαν. Και ο Ιωσήφ εργαζόταν για τη συντήρησή τους.

Στον ίδιο τόπο, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, λαμβάνει χώρα-μετά από αρκετό χρονικό διάστημα-και το σπουδαίο γεγονός της προσκύνησης των Μάγων.

Πολλοί χριστιανοί νομίζουν ότι η προσκύνηση των Μάγων έγινε αμέσως μετά τη Γέννηση του Ιησού. Επικράτησε η αντίληψη αυτή, επειδή η εικονογραφία της Γεννήσεως θέλει να εμφανίζονται μαζί με τους ποιμένες στο Σπήλαιο και οι Μάγοι.

Όμως ο σκοπός της απεικονίσεως των Μάγων με τους ποιμένες είναι άλλος. Η Ορθόδοξη εικονογραφία επιθυμεί και επιδιώκει με το συμβολισμό αυτό να φανερώσει τη στροφή των Εθνικών και των Ιουδαίων προς τον Χριστό.

Τη προσκύνηση των Μάγων εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Τους παρουσιάζει να έρχονται από τα μέρη της Ανατολής στη Βηθλεέμ με οδηγό το λαμπρό αστέρι και να προσκυνούν το Παιδίον, τον ενανθρωπίσαντα Υιό και Λόγο του Θεού.

Αλλά ποιοι ήσαν οι Μάγοι, που έσπευσαν σε προσκύνηση του Μεσσία; Πατρίδα τους ήταν η Περσία, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο οποίος και σημειώνει: «άνθρωποι βάρβαροι (ξενόγλωσσοι) και από άλλη φυλή, έρχονται από την Περσία, ώστε να ιδούν τον Χριστό, που κείται σε φάτνη» (1). Η πατρίδα των Μάγων ίσως να ήταν η Χαλδαία, διότι αυτή ήταν η πρώτη χώρα, η οποία καλλιεργούσε την επιστήμη των αστεριών. Στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται αορίστως ότι ήλθαν Μάγοι στα Ιεροσόλυμα από τα μέρη της Ανατολής: «Ἰδοῦ Μάγοι ἀπό ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα» (Ματθ. β΄ 1).

Τι ήσαν οι Μάγοι; Ήσαν σοφοί επιστήμονες, διδάσκαλοι της ανθρώπινης σοφίας, ανατολίτες αστρολόγοι, οι οποίοι από την ανατολή του λαμπρού αστεριού διαπίστωσαν την πρόσφατη Γέννηση του Μεσσία και έγιναν πιστοί συνοδοιπόροι της λαμπρής, μοναδικής εμφανίσεώς του και της ιστορικής, λυτρωτικής πορείας του. Επί πλέον, ήσαν βασιλείς ή ηγεμόνες· πλούσιοι και με δύναμη.

Πόσοι ήσαν; ’λλοι μας πληροφορούν ότι οι Μάγοι ήσαν τέσσερις. Όμως, χωρίς αμφιβολία, επικρατέστερη άποψη λέει ότι οι Μάγοι ήταν τρεις. Αυτό συμπεραίνεται και από τα δώρα που πρόσφεραν. Τα ονόματά τους, κατά την παράδοση, ήσαν Μελχιώρ, Γάσπαρ και Βαλτάσαρ.

Με μόνο οδηγό το αστέρι και με τη θερμή και ακλόνητη πίστη στην καρδιά τους έφθασαν στα Ιεροσόλυμα. Εκεί χάνουν προς στιγμή τον ουράνιο οδηγό τους. Αναζητούν οδηγό από τη γη. «Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων ;», ερωτούν τους Ιεροσολυμίτες. «Εἴδομεν γάρ αὐτοῦ τόν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καί ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ» (Ματθ. β, 2). Με τις οδηγίες που πήραν από τους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων ξεκινούν για τη Βηθλεέμ. Και να πάλι «ὁ ἀστήρ ὅν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς» (Ματθ. β΄ 9).

Δεν πρόκειται εδώ να διερευνήσουμε αν το αστέρι εκείνο ήταν φυσικό αστέρι ή άλλο φυσικό φαινόμενο ή υπερφυσικό σημείο. Αυτό εξάλλου, που έχει και ιδιαίτερη σημασία δεν είναι το τι συνέβη εκείνη τη νύχτα στον ουρανό, αλλά η υπερφυσική, λυτρωτική έλευση του Υιού του Θεού στη γη. Πάντως, ο ιερός Χρυσόστομος φρονεί σχετικά με το αστέρι, ότι δεν ήταν «ένα φυσικό αστέρι, όπως εκ πρώτης όψεως φαινόταν, αλλά ήταν μια αόρατη, θαυμαστή λογική δύναμις» (2), η οποία με τον τρόπο αυτό παρουσιάστηκε για να οδηγήσει τους Μάγους. Πίσω από το αστέρι βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος με την άπειρή Του πανσοφία και με ένα τρόπο, που γνώριζε ότι θα κάνει εξαιρετική εντύπωση στους σοφούς αυτούς, τους οδηγεί στο να γνωρίσουν τον αιώνιο Βασιλέα της δόξης και να Του προσφέρουν τα βασιλικά τους δώρα, έκφραση της λατρείας τους και του βαθύτατου σεβασμού τους.

Η Παναγία και ο Ιωσήφ δεν γνωρίζουν τίποτε από το μακροχρόνιο και περιπετειώδες ταξίδι των Μάγων, ούτε περιμένουν τίποτε. Ζουν την αγία και αφανή ζωή τους στο σπίτι της Βηθλεέμ. Ξαφνικά οι Μάγοι φθάνουν στο σπίτι, όπου έμενε η Μαρία με το Παιδίον Ιησούς. «Καί ἐλθόντες εἰς τήν οἰκίαν εἶδον τό παιδίον μετά τῆς Μαρίας τῆς μητρός αὐτοῦ» (Ματθ. β΄ 11). Ο Ιωσήφ πρέπει να βρισκόταν στην εργασία του στα Ιεροσόλυμα ή στη Βηθλεέμ. Γι' αυτό και μόνη Της η Παναγία τους υποδέχεται. Τι βρίσκουν εκεί; Μια σεμνή κόρη, που ακτινοβολούσε την παρθενική αγνότητα και η Οποία ενέπνεε το βαθύ σεβασμό. Στην αγία αγκάλη Της κρατούσε τον Υιό Της.

Χάρη αυτού, λοιπόν, του Νηπίου οι σοφοί Μάγοι της Ανατολής ταξίδευσαν;

’ραγε να έφθασε στη σκέψη τους, ότι ο νεογέννητος Ιησούς δεν ήταν μόνο ο Υιός της Παρθένου, αλλά και ο Μονογενής Υιός του προάναρχου Πατρός, «ὁ πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ιω. α΄, 14);

Γεγονός πάντως είναι ότι εκδηλώνουν τα ευλαβικά συναισθήματα που πλημμύριζαν την ώρα εκείνη τις ψυχές τους: «Πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ» (Ματθ. β΄, 11). Και ανοίγουν τα θησαυροφυλάκιά τους, τα οποία είχαν, ό,τι πολυτιμότερο υπήρχε στη μακρινή πατρίδα τους. Προσφέρουν «χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν» (Ματθ. β΄, 11).

Οι ιεροί ερμηνευτές της Αγίας Γραφής- με τη συμφωνία και του ιερού Χρυσοστόμου- αλληγορούν τα τρία αυτά δώρα και επεξηγούν ότι το μεν χρυσό πρόσφεραν ως σε βασιλιά, τον λίβανο ως σε Θεό, την δε σμύρνα ως σε μέλλοντα να αποθάνει. Γι' αυτό και ο ευσεβής Υμνωδός της Εκκλησίας ψάλλει: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας, ἐξ ἀνατολῶν ἐλθόντες μάγοι προσεκύνησαν Θεόν ἐνανθρωπήσαντα· καί τούς θησαυρούς αὐτῶν ἀνοίξαντες δῶρα τίμια προσέφερον, δοκίμιον χρυσόν ὡς βασιλεῖ τῶν τῶν αἰώνων καί λίβανον ὡς Θεῷ τῶν ὅλων, ὡς τριημέρῳ δέ νεκρῷ σμύρναν τῷ ἀθανάτῳ» (3).

Κι είναι πράγματι άξιο απορίας το ποια εντύπωση να έκανε η προσκύνηση των Μάγων στην Παναγία Μητέρα, και μάλιστα οι παραπάνω λατρευτικές εκδηλώσεις τους.

Οπωσδήποτε, για μια ακόμη φορά θα εξεπλάγη η Θεοτόκος με του Θεού τα μεγαλεία, ο Οποίος με τόσο θαυμαστό τρόπο οδήγησε σοφούς ανθρώπους από την Ανατολή σε προσκύνηση του Υιού της!

Προ έτους και πλέον-διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να έλθουν οι Μάγοι από την πατρίδα τους στη Βηθλεέμ- είχε δει η Παρθενομήτωρ να εκπληρώνεται από τον Θεό η επιθυμία του γέροντα Συμεών, να διατηρηθεί δηλαδή στη ζωή μέχρις ότου αξιωθεί να δει και να κρατήσει στην αγκάλη του τον νηπιάσαντα Κύριο.

Τώρα δείχνει ο Θεός το αστέρι στους Μάγους που πολύ επιθυμούσαν να γνωρίσουν τον τεχθέντα Βασιλιά.

Αλλά και η πίστη και ο ζήλος των Μάγων ασφαλώς θα εντυπώθηκαν βαθειά στην πάναγνη ψυχή της Παναγίας μας. Ένα αστέρι είδαν και πίστεψαν ότι γεννήθηκε βασιλιάς από τον Ισραήλ. «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ», πληροφορούσε η προφητεία, η οποία υπήρξε για τις εκζητούσες καρδίες τους επαρκές κίνητρο για την εύρεση του τεχθέντος Κυρίου.

Έπειτα η εμφάνιση της Μητέρας του Παιδίου ήταν τόσο πτωχική, δεν ήταν η αναμενόμενη. Και όμως πίστεψαν οι Μάγοι ότι το αδύνατο Νήπιο ήταν ο παντοδύναμος Βασιλιάς του κόσμου, στον Οποίο αρμόζουν βασιλικές τιμές και δώρα!

Σ' όλα τα παραπάνω συγκλονιστικά περιστατικά και βιώματα η Θεοτόκος παρέμεινε σιωπηλή! Δεν πολυπραγμονούσε! Ταπεινά, όπως πάντα, παρακολουθούσε και αθόρυβα συμμετείχε στο σχέδιο του Θεοῦ -Πατέρα για τον νηπιάσαντα Υιό Του. Ως πολυτιμότατο δε θησαυρό έκρυβε και διατηρούσε στην αγία καρδία Της, ό,τι συνέβαινε και αφορούσε στο Μονογενή Της.

Πόσοι χριστιανοί και σήμερα θα επιθυμούσαν να βρίσκονταν στη θέση των Μάγων! Και με την καθοδήγηση αστεριού να οδηγούνταν στη Φάτνη, για να δουν την Παναγία Μητέρα και να προσκυνήσουν τον ενανθρωπήσαντα Θεό. Να προσφέρουν κι εκείνοι τα δώρα τους, να απολαύσουν την παρουσία Του!

Αλλά και για κάθε πιστή ψυχή υπάρχει Αστέρας οδηγός, αρκεί να το θελήσει και να ακολουθήσει την αλάνθαστη πορεία του, για να βρει το Χριστό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας αποτελεί αυτό το αείφωτο πνευματικό αστέρι, που δείχνει και προσφέρει Αυτόν τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού, με τα θεία Μυστήρια. Κάθε άνθρωπος μπορεί να βρει τον Χριστό πάνω στην Αγία Τράπεζα, στο Πανάγιο της θείας Ευχαριστίας Μυστήριο! Εκεί βρίσκεται ο Κύριός μας και περιμένει τους πιστούς Του να Τον συναντήσουν, για να Τον προσκυνήσουν, να Του προσφέρουν τα δώρα τους· τα δώρα της αγάπης τους, της καθαρότητας της καρδίας τους, της λατρείας τους. Να λάβουν ουράνια, θεία, αιώνια, αναφαίρετα αγαθά. Να λάβουν την άφεση και την συγχώρεση των αμαρτιών τους· να λάβουν την ειρήνη που εκπορεύεται από τον ’ρχοντα της ειρήνης, να λάβουν Αυτόν τον Ίδιο μέσα στις καρδιές τους, για να Τον απολαύσουν και για να γίνεται πραγματικότητα ο λόγος Του ο άγιος· «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ιω. στ΄ 56).

Επομένως, όσοι πιστοί «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» ας προσερχόμαστε στο μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Διότι τότε έχομε τη θέση των Μάγων! Εφόσον τότε- με την άξια μετάληψη της φρικωδεστάτης θυσίας- η καρδία μας προσκυνεί τον Κύριο και Τον ενθρονίζει στην ψυχή μας! Ακόμη περισσότερο, εφ ' όσον τότε γινόμαστε «σύσσωμοι καί σύναιμοι Χριστοῦ»!!!


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) «Ἄνθρωποι βάρβαροι καί ἀλλόφυλοι, ἐκ Περσίας τρέχουσιν, ὥστε αὐτόν ἰδεῖν ἐπί τῆς φάτνης κείμενον» (PG 48, 753).

(2) «Δύναμις τις ἀόρατος εἰς ταύτην μετασχηματισθεῖσα τήν ὄψιν»

(3) «Όταν γεννήθηκε ο Κύριος Ιησούς στη Βηθλέεμ της Ιουδαίας, αφού ήλθαν Μάγοι από την Ανατολή Τον προσκύνησαν· και αφού άνοιξαν τους θησαυρούς τους Τού πρόσφεραν πολύτιμα δώρα· καθαρό χρυσό ως βασιλέα των αιώνων, και λιβάνι ως Θεό όλων των ανθρώπων, και ως νεκρό τριήμερο πρόσφεραν σμύρνα (πολύτιμο άρωμα) στον αθάνατο».

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού Γεωργίου Β. Μαυρομάτη, Τα Χριστούγεννα, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1987, σελ.45-61


 

Το βαθύτερο νόημα της Γεννήσεως του Χρίστου μας το διατυπώνουν, ποιοι άλλοι παρά οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι Πνευματοφόροι, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου. Και το διατυπώνουν, όχι σαν μια θεωρία ή σαν μια διδασκαλία, αλλά επειδή έζησαν το γεγονός αυτό, όπως και όλα τα σωτηριολογικά γεγονότα.

Ο μικρός χώρος του βιβλίου, δεν μας επιτρέπει να παραθέσουμε, όλες αυτές τις θαυμάσιες διατυπώσεις των Πατέρων μας που ευφραίνουν την καρδιά του πιστού. Θα περιοριστούμε μόνο σε αποσπάσματα τεσσάρων από τους μεγάλους Πατέρες. Του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά:

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει πως ο Χριστός ενδύεται με την ανθρώπινη σάρκα για να την κάνει αθάνατη και άφθαρτη: «Και αφού τιμωρήθηκε (ο άνθρωπος) προηγουμένως για τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία φύτρωσε η ρίζα της κακίας) από διάφορες αιτίες και κατά διάφορους τρόπους, με τον λόγο, τον νόμο, τους προφήτες, τις ευεργεσίες, τις απειλές, τις τιμωρίες, τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές, τους πολέμους, τις νίκες, τις ήττες, τα σημεία από τον ουρανό, τα σημεία από τον αέρα, τη γη και τη θάλασσα, με τις ανέλπιστες μεταβολές ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα όποια είχαν σκοπό στο να εξαφανιστεί· η κακία, έχει ανάγκη τελικά από κάποιο πιο ισχυρό φάρμακο για τις φοβερότερες ασθένειες. Δηλαδή, τις αδελφοκτονίες, τις μοιχείες, τις επιορκίες, τις ανώμαλες επιθυμίες, και το χειρότερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, την ειδωλολατρεία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον δημιουργό στα δημιουργήματα. Και επειδή είχε ανάγκη από μεγαλύτερη βοήθεια, του δίδεται και τέτοια βοήθεια. Και η βοήθεια αυτή ήταν ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ο αόρατος, αυτός που δεν μπορεί να περιοριστεί, ο ασώματος, η αρχή που προέρχεται από την αρχή, το φως που προέρχεται από το φως, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφο του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτη σφραγίδα, η απαράλλακτη εικόνα, ο όρος και ο Λόγος του Πατέρα. Αυτός έρχεται στην ίδια την εικόνα Του (τον άνθρωπο), ντύνεται με σάρκα για χάρη της σάρκας και με πνευματική ψυχή για χάρη της ψυχής μου, καθαρίζοντας έτσι το όμοιο με το όμοιό του και γίνεται σε όλα τέλειος άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία (Έβρ. δ' 15). Γεννήθηκε μεν από την Παρθένο, της οποίας το σώμα και η ψυχή είχε καθαριστεί από πριν από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθεί η γέννηση, αλλά και να προτιμηθεί η παρθενία), παρέμεινε όμως Θεός και αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Και έγινε ένα, από τα δυό αντίθετα. Από τη σάρκα δηλαδή και από το Πνεύμα, από τα οποία το ένα μεν έκανε το άλλο Θεό, ενώ το άλλο έγινε Θεός. Πόσο αξιοθαύμαστη, αλήθεια, είναι η νέα ένωση! Πόσο παράδοξη είναι η σύνθεση! Αυτός που πάντα υπάρχει (ο Ων), δημιουργείται, πλάθεται ο αδημιούργητος, περιορίζεται ο απεριόριστος δια μέσου της πνευματικής ψυχής, η οποία μεσιτεύει στη θεότητα και δια μέσου της υλικής φύσεως της σάρκας. Εκείνος που δίνει τον πλούτο, γίνεται φτωχός. Διότι γίνεται φτωχός καθότι παίρνει τη σάρκα μου, για να γίνω εγώ πλούσιος με τη θεότητα τον. Εκείνος που είναι πλήρης αδειάζει. Διότι αδειάζει από τη δόξα του για λίγο καιρό, για να γευθώ εγώ την πληρότητα του. Ποιος είναι ο πλούτος της αγαθότητας; Ποιο είναι το μυστήριο που με περιβάλλει; Πήρα τη θεία εικόνα και δεν τη φύλαξα. Παίρνει τη σάρκα μου, γι,να διατηρήσει την εικόνα, αλλά και για να κρίνει αθάνατη τη σάρκα. Έρχεται σε δεύτερη επικοινωνία πολύ πιο παράδοξη από την πρώτη, καθόσον τότε μεν έδωσε το καλύτερο (= το «κατ' εικόνα») και τώρα παίρνει το χειρότερο (= τη σάρκα). Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστό στο Θεό, αυτό είναι, για όσους διαθέτουν κρίση, ακόμη πιο υψηλό» (1). Για το θέμα, πιο αναλυτικά, μας μιλά και ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, τονίζοντας πως αν ο άνθρωπος έπεφτε μόνο στην αμαρτία, θα ήταν αρκετή η μετάνοια του, όμως επειδή μεσολάβησε και η φθορά του ανθρώπου, πήρε την ανθρώπινη σάρκα ο Χριστός για να τη βγάλει από τη φθορά. Λέει συγκεκριμένα ο άγιος Αθανάσιος: «Είναι ανάγκη, εφόσον μιλάμε για την εμφάνιση τον Σωτήρα σ' εμάς, να μιλήσουμε και για την αρχή των ανθρώπων, για να γνωρίζεις, ότι η δική μας αιτία έγινε σ' Εκείνον αφορμή για να κατεβεί, και η δική μας παράβαση κάλεσε σε βοήθεια τη φιλανθρωπία του Λόγου, ώστε να έλθει κοντά μας και να εμφανιστεί ο Κύριος στους ανθρώπους. Για δική μας υπόθεση Εκείνος σαρκώθηκε και για τη σωτηρία μας από αγάπη προς τους ανθρώπους καταδέχτηκε να εμφανιστεί με ανθρώπινο σώμα.

Έτσι λοιπόν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και θέλησε να παραμείνει στην αφθαρσία. Οι άνθρωποι όμως από αμέλεια απομακρύνθηκαν από την ορθή αντίληψη για τον Θεό, σκέφτηκαν και επινόησαν για τους εαυτούς τους την κακία, καταδικάστηκαν σε θάνατο σύμφωνα με την απειλή που αναγγέλθηκε από πριν, και στο έξης δεν παρέμειναν όπως πλάστηκαν. Οι λογισμοί τους τούς διέφθειραν, και ο θάνατος βασίλεψε σ' αυτούς. Μάλιστα η παράβαση της εντολής τους επανέφερε στο φυσικό, ώστε, όπως από την ανυπαρξία ήρθαν στη ζωή, έτσι είναι φυσικό με τον χρόνο η ύπαρξή τους να φθείρεται...

Μετά από αυτό το γεγονός, οι μεν άνθρωποι πέθαιναν, η δε φθορά στο εξής αυξανόταν σε βάρος τους και υπερίσχυε από τη φυσική κατάσταση όλου του ανθρωπίνου γένους, καθόσον είχε από την αρχή σύμμαχο εναντίον των ανθρώπων την απειλή του Θεού για την παράβαση της εντολής. Διότι και στα αμαρτήματα οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν μέχρι ορισμένα όρια, αλλά λίγο λίγο απλώθηκαν και έφτασαν στη συνέχεια στο έπακρο. Στην αρχή έγιναν εφευρέτες της κακίας και προκάλεσαν στον εαυτό τους τον θάνατο και τη φθορά. Αργότερα παρασύρθηκαν σε αδικία και πέρασαν κάθε παρανομία. Δεν σταμάτησαν στο ένα κακό, αλλά στα νέα επινοούσαν αλλά νεότερα και δεν χόρταιναν να αμαρτάνουν. Παντού γινόταν μοιχείες και κλοπές, και ολόκληρη η γη ήταν γεμάτη από φόνους και αρπαγές. Και κανένας νόμος δεν φρόντιζε για την αντιμετώπιση της φθοράς και της αδικίας. Όλα τα κακά, ξεχωριστά το καθένα, και όλα μαζί διαπράττονταν από όλους. Πόλεις πολεμούσαν εναντίον πόλεων και έθνη ξεσηκώνονταν εναντίον εθνών. Όλη η οικουμένη ήταν διηρημένη από επανάσταση και μάχες και ο καθένας συναγωνιζόταν στην παρανομία...

Επειδή λοιπόν κυριάρχησε ο θάνατος περισσότερο, και η φθορά έκανε κατοχή στους ανθρώπους, το ανθρώπινο γένος καταστρεφόταν και ο λογικός άνθρωπος, που πλάστηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού χανόταν, και το έργο του Θεού διαλυόταν. Διότι και ο θάνατος, όπως είπα προηγουμένως, με την παράβαση μας εξουσίαζε με νόμο. Και δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει κανείς τον νόμο, διότι αυτός θεσπίστηκε από τον Θεό, λόγω της παραβάσεως. Και θα ήταν πραγματικά αταξία και συγχρόνως απρέπεια αυτό που θα γινόταν. Διότι θα ήταν ασφαλώς αταξία, πρώτα να πει ο Θεός κάτι, και μετά να αποδειχτεί ότι λέει γεμάτα. Δηλαδή, ενώ νομοθέτησε, σε περίπτωση που ο άνθρωπος θα παραβεί την εντολή, να πεθαίνει, μετά την παράβαση να μην πεθαίνει ο άνθρωπος, αλλά να καταλύεται ο λόγος του Θεού. Δεν θα ήταν βέβαια αληθής ο Θεός, εάν ο άνθρωπος δεν πέθαινε, ενώ αυτός είπε να πεθαίνουμε. Αλλά και πάλι θα ήταν απρεπές να εξαφανιστούν και να επιστρέψουν πάλι στην ανυπαρξία με τη φθορά, αυτοί που μια φορά πλάστηκαν λογικοί και μετείχαν στον Λόγο. Διότι δεν θα ήταν άξιο της αγαθότητας του Θεού να καταστρέφονται τα πλάσματα Του, επειδή ο διάβολος εξαπάτησε τους ανθρώπους. Έξαλλου θα ήταν πάρα πολύ απρεπές να εξαφανίζεται η τέχνη του Θεού που φαίνεται στους ανθρώπους, είτε εξ αιτίας της αμελείας τους, είτε εξ αιτίας της απάτης των δαιμόνων... Έπρεπε, λοιπόν, να μην αφήσει τους ανθρώπους να οδηγούνται προς τη φθορά, διότι αυτό θα ήταν ανάρμοστο και ανάξιο της αγαθότητας του Θεού.

Αλλά όπως έπρεπε να συμβεί αυτό, έτσι και έρχεται σε αντίθεση από την άλλη μεριά το δίκαιο του Θεού, για να φανεί αληθής ο Θεός στην περί θανάτου νομοθεσία του. Διότι θα ήταν παράλογο, χάρη της δικής μας ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας της αλήθειας, ο Θεός. Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει ή να κάνει ο Θεός γι' αυτό; Να ζητήσει από τους ανθρώπους να μετανοήσουν για την παράβαση; Αυτό θα ισχυριζόταν κανείς ότι είναι άξιο του Θεού, λέγοντας, ότι, όπως η παράβαση οδήγησε στη φθορά, έτσι η μετάνοια οδηγεί πάλι στην α φθαρσία . Αλλά η επάνοδος στην αφθαρσία με μετάνοια, θα προϋπόθετε πάλι τον Θεό εκτεθειμένον από πλευράς του. Διότι θα αποδεικνυόταν πάλι ανειλικρινής, εφόσον οι άνθρωποι δεν θα βρισκόταν κάτω από την εξουσία του θανάτου, (όπως νομοθέτησε ο Θεός). ’λλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει από την φυσική κατάσταση, αλλά δίνει μόνο άφεση των αμαρτημάτων. Εάν λοιπόν ήταν μόνο αμαρτήματα και δεν επακολουθούσε η φθορά, θα ήταν ωφέλιμη η μετάνοια. Εφόσον όμως με την πρώτη παράβαση οι άνθρωποι κυριαρχούνταν από τη φυσική φθορά, και τους αφαιρέθηκε το χάρισμα του «κατ' εικόνα». Τι άλλο έπρεπε να γίνει; ή ποιόν θα χρειαζόταν για να τους επαναφέρει στο χάρισμα αυτό παρά τον Λόγο του Θεού, ο οποίος δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν από την αρχή; Αυτός και πάλι έχει την εξουσία να οδηγήσει το φθαρτό στην αφθαρσία και περισώσει απέναντι σε όλους το κύρος του Πατέρα του. Επειδή λοιπόν είναι Λόγος του Πατέρα και βρίσκεται υπεράνω όλων, επομένως μόνον αυτός μπορεί και να ξαναχτίσει τα πάντα και να πάθει για χάρη όλων και να μεσιτεύσει προς τον Πατέρα υπέρ όλων.

Γι' αυτό λοιπόν ο ασώματος και άφθαρτος και άϋλος Λόγος του Πατέρα έρχεται στη δική μας χώρα, χωρίς βέβαια και προηγουμένως να βρίσκεται μακρυά, διότι από κανένα σημείο της κτίσεως δεν απουσιάζει, αλλά γεμίζει εξ ολοκλήρου τα σύμπαντα υπάρχοντας μαζί με τον Πατέρα του. Και έρχεται να εμφανιστεί, κατά συγκατάβαση, από φιλανθρωπία προς εμάς. Και επειδή είδε να χάνεται το λογικό γένος και να βασιλεύει ο θάνατος επάνω τους δια της φθοράς. Βλέποντας ότι η απειλή εναντίον της παραβάσεως ενίσχυε τη φθορά σε βάρος μας και ότι ήταν αβάσιμο να καταργηθεί ο νόμος προτού να εκπληρωθεί. Βλέποντας το ανάρμοστο σ' αυτά που συνέβησαν, ότι καταστρέφονταν αυτά τα οποία δημιούργησε ο ίδιος. Βλέποντας ακόμη και την υπερβολική κακία των ανθρώπων και ότι λίγο λίγο την αύξησαν επάνω τους αβάστακτα. Βλέποντας επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι ήσαν υπεύθυνοι για τον θάνατο, σπλαγχνίστηκε το γένος μας και συμπάθησε την αδυναμία μας και συγκατέβη στη φθορά και μη υποφέροντας την κυριαρχία του θανάτου, για να μη χαθεί το πλάσμα του και αποβεί μάταιο το έργο του Πατέρα του στους ανθρώπους, λαμβάνει σώμα για τον εαυτό του και μάλιστα όχι διαφορετικό από το δικό μας» (2).

Ο ιερός Δαμασκηνός στο επόμενο απόσπασμα, το μυστικό νόημα του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού, το βλέπει στην ανανέωση του ανθρώπου που συντελείται μ' αυτήν: «Επειδή, εξαιτίας της επιθέσεως του αρχέκακου δαίμονα εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του Δημιουργού και γυμνώθηκε από τη χάρη και έβγαλε από πάνω του σαν ρούχο την παρρησία προς το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της αθλίας ζωής - διότι αυτό είναι τα φύλλα της συκιάς (Γεν. γ 7)- και τύλιξε τον εαυτό του με τη νέκρωση, δηλαδή με τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας (Γεν. γ 21) - διότι αυτό είναι το ρούχο των δερμάτων - και σύμφωνα με τη δικαία κρίση του Θεού εξορίστηκε από τον Παράδεισο (Γεν. γ 24), και καταδικάστηκε σε θάνατο και εξουσιάστηκε από τη φθορά (Γεν. γ 19), δεν έμεινε αδιάφορος ο σπλαγχνικός Θεός, που μας έδωσε την ύπαρξη και μας χάρισε την καλή ύπαρξη, αλλά αφού προηγουμένως με πολλούς τρόπους μας καθοδήγησε, σαν παιδιά, και μας κάλεσε να επιστρέψουμε, με στεναγμούς δηλαδή και τρόμους (Γεν. δ' 12), με τον κατακλυσμό (Γεν. στ 17) και την παρολίγο εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με το ανακάτωμα και τον χωρισμό των γλωσσών (Γεν. ια' 7), με τις εμφανίσεις των αγγέλων (Γεν. ιθ' 1 εξ.), με τον εμπρησμό των πόλεων (Γεν. ιθ' 24), με τις εικονικές εμφανίσεις του Θεού (Εξ. γ 4 εξ.), με τους πολέμους (Εξ. ιζ' 8), με τις νίκες (Εξ. ιζ' 11), με τις ήττες (Εξ. ιζ' 11), με τα «σημάδια» και τα καταπληκτικά έργα (Δευτ. δ' 34), με τα διάφορα θαύματα, με τον νόμο ("Εξ. κδ' 12), με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, που με πολλές διακλαδώσεις απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και σώριασε πάνω στη ζωή του όλα τα είδη της κακίας, και την επιστροφή του ανθρώπου στο καλό (Ησ. α 16 εξ.). Επειδή δηλαδή ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας (Ρωμ. ε 12) σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, και αφάνισε την ανθρώπινη ζωή, έπρεπε αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος (Β' Κορ. ε 21) και να μην είναι εξαιτίας της αμαρτίας υπόλογος στον θάνατο, και ακόμη έπρεπε να ενισχυθεί και να ανανεωθεί η φύση (Εφεσ. β' 15, δ' 24), και να καθοδηγηθεί και να διδαχθεί με έργα τον δρόμο της αρετής (Α' Πετρ. β' 21 εξ.), ο οποίος οδηγεί μακριά από τη φθορά και κατευθύνει στην αιώνια ζωή. Τέλος φανερώνει γι' αυτόν τον άνθρωπο το μέγα πέλαγος της φιλανθρωπίας του. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει επάνω του τον αγώνα για χάρη του πλάσματός του, και γίνεται με τη ζωή του διδάσκαλος. Και επειδή ο εχθρός παραπλάνησε τον άνθρωπο με δόλωμα την ελπίδα ότι θα γίνει Θεός (Γεν. γ 5), παραπλανάται κι' αυτός με το προκάλυμμα της σάρκας, και εκδηλώνεται συγχρόνως η αγαθότητα και η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Εκδηλώνεται η αγαθότητα, διότι δεν περιφρόνησε το αδύνατο πλάσμα του, αλλά το σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη πάλι, διότι, όταν νικήθηκε ο άνθρωπος, δεν κινεί άλλον να νικήσει τον τύραννο, ούτε αποσπά με τη βία τον άνθρωπο από τον θάνατο, αλλά αυτόν που ο θάνατος τον υποδούλωσε κατά τον παλαιό καιρό εξ αιτίας των αμαρτιών, αυτόν ο αγαθός και δίκαιος Θεός τον έκανε πάλι νικητή, και ξανααπόκτησε τον άνθρωπο με τον όμοιό του, πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο. Η σοφία πάλι εκδηλώνεται, διότι βρήκε για τη μεγάλη δυσκολία μεγαλοπρεπέστατη λύση. Διότι με την ευαρέσκεια (Ματθ. γ' 17) του Θεού και Πατέρα, ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός, που είναι στον κόλπο του Θεού και Πατέρα (Ίωάν. α' 18), ο ομοούσιος με τον Πατέρα και με το ’γιο Πνεύμα, ο προαιώνιος, ο άναρχος, που ήταν στην αρχή (Ίωάν. α' 1) και που ήταν με τον Θεό και Πατέρα, και που ήταν Θεός (Ίωάν. α' 1), ο οποίος είχε θεϊκή μορφή (Φιλιπ. β' 6), αφού έγειρε τους ουρανούς έρχεται κάτω στη γη (Ψαλμ. ιζ' 10), δηλαδή αφού ταπείνωσε το ύψος του που δεν ταπεινώνεται, χωρίς να χάσει τη δόξα του, εκδηλώνει στους δούλους του επιείκεια και ανέκφραστη μακροθυμία και ακατάληπτη - διότι αυτό σημαίνει η λέξη κατάβαση - και ενώ είναι τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος άνθρωπος, και πραγματοποιεί το πρωτάκουστο από όλα τα νέα, τη μοναδική καινοτομία κάτω από τον ήλιο (Έκκλ. α' 9) με την οποία φανερώνεται η άπειρη δύναμη του Θεού. Διότι τι μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος σαρκώθηκε (Ιωάν. α' 14). Χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, από το ’γιο Πνεύμα και από τη Μαρία την Αγία και Αειπάρθενο και Θεοτόκο (Ματθ. α 18, Λουκ. α 35), και ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται μεσίτης (Α' Τιμ. β' 5) μεταξύ Θεού και ανθρώπων, χωρίς να συλληφθεί στην άσπιλη μήτρα της Παρθένου από θέλημα άντρα (Ιωάν. α' 13) ή επιθυμία ή επαφή με άντρα ή από γέννηση που ήταν καρπός ηδονής, αλλά από το ’γιο Πνεύμα, και με τον τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Και κάνει υπακοή στον Πατέρα (Φιλ. β' 8) θεραπεύοντας τη δική μας παράβαση με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από εμάς, και με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να απολαύσουμε τη σωτηρία». (3)

Για ανάπλαση του ανθρώπου μας λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η οποία ανάπλαση πραγματοποιείται με τη σάρκωση του Λόγου του Θεού: «Ψάλλει κάπου προς τον Θεό ο Δαβίδ, που εξαιτίας εκείνου (του Χριστού) που τώρα γεννήθηκε από την Πατριά του είναι Θεοπάτωρ, «τα χέρια σου με έκαναν και με έπλασαν, συνέτισε με και θα μάθω τις εντολές σου» (Ψαλμ. ριη' 73). Γιατί το λέει αυτό; Διότι μόνο στα χέρια του πλάστη βρίσκεται το να δίνει την πραγματική κατανόηση. Όποιος συνετίσθηκε και κατανόησε την τιμή που έλαβε η φύση μας από τον Θεό με το να πλασθεί από τα χέρια του κατά την εικόνα, αφού αντιληφθεί τη φιλανθρωπία του, θα προστρέξει σ' αυτόν, θα ακούσει και θα μάθει τις εντολές του. Πόσο περισσότερο, αν κατανοήσει κατά το δυνατόν το μέγα αυτό μυστήριο της αναπλάσεως και ανακλήσεως μας; Όταν έπλασε με το χέρι του τη φύση μας από τη γη και εμφύσησε ο ίδιος ζωή, αυτός που όλα τα άλλα τα δημιούργησε μόνο με τον λόγο, την άφησε να κατευθύνεται από τους δικούς της λογισμούς, εφόσον ήταν κτισμένη λογική και κυρία της γνώμης της. Αυτή τότε, απομονωμένη, εξαπατήθηκε από τη συμβουλή του πονηρού και μη μπορώντας να αντέξει την επιβουλή δεν φύλαξε το φυσικό, αλλά γλύστρησε προς το αφύσικο. Γι' αυτό τώρα όχι μόνο την αναπλάθει με το χέρι κατά παράδοξο τρόπο, αλλά και την κρατά κοντά του, αφού όχι μόνο την πήρε και τη σήκωσε από την πτώση, αλλά και την ντύθηκε υπερφυσικά και συνδέθηκε μ' αυτήν αδιαιρέτως και γεννήθηκε Θεός μαζί και άνθρωπος από γυναίκα, για να αναλάβει την ίδια εκείνη φύση που έπλασε στους προπάτορες, μάλιστα από παρθένο γυναίκα, για να κάνει νέο τον άνθρωπο.

Πραγματικά, αν ήταν από (ανθρώπινο) σπέρμα, δεν θα ήταν νέος άνθρωπος, ούτε, αφού θα ήταν της παλιάς μερίδας και κληρονόμος εκείνον τον πταίσματος θα μπορούσε να δεχτεί μέσα τον το πλήρωμα της άφθαρτης θεότητας και να γίνει ανεξάντλητη πηγή τον αγιασμού. Και έτσι όχι μόνον εκείνων των προπατόρων, δεν θα μπορούσε να αποπλύνει με περίσσια δύναμη τον μολυσμό της αμαρτίας, αλλά ούτε στους απογόνους τους δεν θα επαρκούσε για αγιασμό. Όπως, δηλαδή, δεν πρόκειται να αρκέσει σε μια πόλη νερό που βρίσκεται σε σκεύος για να πίνει διαρκώς, αλλά χρειάζεται να φέρει πηγή, οπότε ποτέ δεν θα παραδοθεί στους εχθρούς από δίψα, έτσι δεν μπορούσε να αρκέσει για συνεχή αγιασμό σε όλους, ούτε άνθρωπος , ούτε άγγελος που έχει αποκτήσει από μετοχή την ιδιότητα τον να αγιάζει, αλλά η κτίση χρειαζόταν μια κρήνη που να έχει μέσα της την πηγή και με τον τρόπο αυτό όσοι την πλησιάζουν και χορταίνουν από αυτήν να μένουν ανίκητοι από αυτούς που επιτίθενται εναντίον των εμφύτων ασθενειών και στερήσεων της. Γι' αυτό δεν ήλθε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ήλθε ο ίδιος ο Κύριος και μας έσωσε, αφού έγινε για μας κατά τον τρόπο μας άνθρωπος και έμεινε αναλλοίωτος Θεός. Οικοδομώντας τώρα τη νέα Ιερουσαλήμ και ανεγείροντας για τον εαυτό τον ναό με ζωντανούς λίθους και συνάγοντάς μας ως ιερά και παγκόσμια Εκκλησία, εγ­καθιστά στο θεμέλιο Της, που είναι ο Χριστός (Έφεσ. β' 20) την ακένωτη πηγή της χάρης. Διότι η πλήρης ζωή και δεσποτική και αίδιος, η πάνσοφη και παντοδύναμη φύση ενώνεται μ' εκείνη τη φύση που από αβουλία απατήθηκε και από ασθένεια υποδουλώθηκε στον πονηρό και από στέρηση θείας ζωής είναι πεταμένη στους μυχούς του άδη, για να εισφέρει σ' αυτήν σοφία και δύναμη και ελευθερία και αδιάπτωτη ζωή» (4).


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴγουν γενέθλια τοῦ Σωτῆρος , 13, ΕΠΕ 5, σελ. 57-61.

(2) Μεγάλου Αθανασίου, Περί ἐνανθρωπήσεως 4-8, ΕΠΕ 1, σελ. 237-245 (αποσπάσματα ).

(3) Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Γ΄ 1, ΕΠΕ 1, σελ. 279-283.

(4) Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία ΝΗ΄ 8-9, ΕΠΕ 11, σελ. 465-469.