Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία 1304239796_byzantineicons0070 Ιερός Αυγουστίνος

1304239796_byzantineicons0070
Ιερός Αυγουστίνος
«…Ο εσπαργανωμένος Χριστός της Βηθλεέμ έφερε τη ειρήνην του αγγελικού ύμνου μέσα εις την ψυχήν του πεπτωκότος ανθρώπου και τον συνεφιλίωσε με τον Δημιουργόν του Θεόν. Εναπόκειται πλέον εις τον άνθρωπον, ν΄ ατενίζη με τα όμματα της ψυχής του, πάντα προς την φάτνην του πτωχού και γλυκυτάτου Ιησού ίνα γέμη η ζωή του από εσωτερική ισορροπίαν και γαλήνην δια να αναγενννάται πνευματικώς μέχρι της συντέλειας των αιώνων.»
Ο Άγιος Ιερώνυμος βρίσκεται στη Βηθλεέμ. Τέσσερις αιώνες περίπου μετά τη γέννηση του Χριστού, μια νύχτα των Χριστουγέννων, ο Άγιος Ιερώνυμος έρχεται προσκυνητής στη Βηθλεέμ. Λαχταράει να προσκυνήσει το μέρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Έρχεται στο σπήλαιο της γεννήσεως ταπεινά και προσεύχεται.
Ο ίδιος μιλάει αργότερα για τη θεϊκή εμπειρία που είχε. Άκουσε σε όραμα τη γλυκιά φωνή του Θείου Βρέφους να απευθύνεται σ’ αυτόν και αναρρίγησε…
- Ιερώνυμε τι θα μου προσφέρεις σήμερα, την ημέρα της γεννήσεώς μου;
- Ω θείο Βρέφος, το γνωρίζεις, για Σένα τα έχω εγκαταλείψει όλα… και την αυλή των Αρχιερέων, και τα μεγαλεία της Ρώμης, και τα πλούτη… Και αυτή την ώρα ο νους μου, όλη μου η καρδιά, οι σκέψεις μου και η ζωή μου ακόμη, τα πάντα ανήκουν σε Σένα! Τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω; Δεν έχω τίποτε άλλο, σήμερα την ημέρα της γιορτής σου…

Ακούει τότε τη φωνή του Θείου Βρέφους να του λέει:
- Έχεις Ιερώνυμε, έχεις κάτι που το λησμονείς και θέλω σήμερα να το καταθέσεις στα πόδια μου.
- Τι είναι αυτό ουράνιε Βασιλιά, αγαπημένε μου Κύριε, έχω πράγματι άλλο τίποτε για να σου δώσω; Θα ήμουν τόσο ανόητος ώστε να κρατήσω κάτι για μένα! Πες μου γλυκύτατε Ιησού, τι ημπορώ να σου δώσω ακόμη;
Και μετά από μια στιγμή σιγής άκουσε τη φωνή του παιδίου Ιησού, να του απαντά:
- Ιερώνυμε, δώσε μου… τις αμαρτίες σου!
- Τις αμαρτίες μου Αγιότατε Θεέ! Τι να τις κάνεις τις αμαρτίες μου;
- Ιερώνυμε δώσε μου όλες τις αμαρτίες σου, για να τις συγχωρήσω, αφού  γι᾿ αυτό ήρθα στον κόσμο, απάντησε ο Ιησούς και επικράτησε βαθιὰ σιωπή.
Συγκλονισμένος ο άγιος Ιερώνυμος άφησε τα δάκρυά του, δάκρυα ευγνωμοσύνης, να πλημμυρίσουν τον ιερό χώρο όλη τη νύχτα.
Άφησε και σε μάς την έμπρακτη παραγγελία να μη λησμονούμε κάθε Χριστούγεννα το ωραιότερο δώρο προς τον Σωτήρα μας, τη μετάνοιά μας για τις αμαρτίες μας. Αυτός είναι 0 καλύτερος εορτασμός της μεγάλης εορτής…

Ήχος β’
Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ότι ώφθης επί γής ως άνθρωπος δι’ ημάς; έκαστον γάρ τών υπό σού γενομένων κτισμάτων, τήν ευχαριστίαν σοι προσάγει, οι Άγγελοι τόν ύμνον, οι ουρανοί τόν Αστέρα, οι Μάγοι τά δώρα, οι Ποιμένες τό θαύμα, η γή τό σπήλαιον, η έρημος τήν φάτνην, ημείς δέ Μητέρα Παρθένον, ο πρό αιώνων Θεός ελέησον ημάς.
Τροπάριον  Ήχος πλ. β’
Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε τής Δικαιοσύνης, καί Αστήρ σε υπέδειξεν, εν Σπηλαίω χωρούμενον τόν αχώρητον. Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου, μεθ’ ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.

Βηθλεέμ (Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 9)




Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος
Ας σηκωθούμε λοιπόν και ημείς. Και αν ταράσσονται όλοι, εμείς ας τρέξωμεν εις το σπίτι του παιδιού. Και αν μας εμποδίζουν εις τον δρόμον μας αυτόν  είτε βασιλείς, είτε πλήθη είτε τύρρανοι, ας μη αφήσωμεν τον πόθο μας να σβήση. Έτσι θα αποκρούσωμεν τα δεινά που μας απειλούν.
Διότι και αυτοί, αν δεν έβλεπαν το παιδί, δεν θα εξέφευγαν τον κίνδυνο εκ μέρους του βασιλέως. Πριν ιδούν το παιδί επρομηνύοντο από παντού φόβοι και κίνδυνοι και ταραχαί. Μετά τη προσκύνηση η γαλήνη και η ασφάλεια. Όχι πλέον Άστρον αλλά τους αναλαμβάνει ο άγγελος, αφού έγιναν έπειτα από την προσκύνησιν ιερείς, αφού άλλωστε προσφέρουν και δώρα.
Άφησε λοιπόν και εσύ τον Ιουδαϊκόν λαόν, την πόλιν που ταράσσεται, τον αιμοδιψή τύρρανον, την πλάνην του βίου και σπεύσε εις την Βηθλεέμ, όπου είναι ο οίκος του άρτου του πνευματικού. Αν είσαι βοσκός και έλθεις εδώ , θα ιδής το παιδί εις το κατάλυμα.
Αν είσαι βασιλεύς και δεν έλθης, εις τίποτα δεν θα σε ωφελεί η πορφύρα. Αν είσαι μάγος κανέναν εμπόδιο από την ιδιότητά σου, φθάνην να έλθεις και να αποδώσεις τιμήν και προσκύνησιν και όχι να καταπατήσεις τον Υιόν του Θεού. Αν προσέλθεις με τρόμον και χαράν- διότι είναι δυνατόν να συνδυασθούν αυτά τα δύο. Πρόσεξε μόνον μη ομοιάσεις με τον Ηρώδην και ειπής˙  Δια να έλθω και 'γω να τον προσκυνήσω, και όταν έλθης θελήσης να τον φονεύσης. Διότι με αυτόν ομοιάζουν όσοι μετέχουν ανάξια εις τα Μυστήρια. «Ένοχος γαρ ο τοιούτος έσεται», φησί, «του σώματος και του αίματος του Κυρίου» (Α Κορ. 11,27). Διότι έχουν μέσα των τον τύραννον που βασανίζεται από την βασιλεία του Θεού και είναι παρανομώτερος από εκείνον τον Ηρώδην, τον τύρρανον Μαμωνάν. Αυτός επιθυμεί να επικρατήσει και στέλλει τους ιδικούς του, δια να προσκυνήσουν κατά τύπους, που φονεύουν όμως κατά την προσκύνησιν.
Ας φοβηθούμεν λοιπόν μήπως λαμβάνωμεν κάποτε την μορφήν ικετών ως προσκυνητών, δείξωμεν όμως εις την πράξιν συμπεριφοράν αντίθετον. Ας πετάξωμεν τα πάντα από τα χέρια μας, όταν πρόκειται να προσκυνήσωμεν.
Αν έχωμεν χρυσόν, ας τον προσφέρωμεν εις αυτόν και ας μην τον κρύβωμεν εις την γην. Αν οι βάρβαροι τότε εκείνοι τον προσέφεραν τιμητικώς, ποιος είσαι εσύ που δεν δίδεις εις αυτόν που έχει ανάγκη; Έαν εκείνοι έκαμαν τόσον δρόμον, δια να ιδούν τον γεννηθέντα, τι θα απολογηθείς συ, που ούτε ένα στενορρύμι δεν επέρασες, δια να επισκεφθείς έναν άρρωστον και φυλακισμένον; Μολονότι, όταν υποφέρουν και είναι φυλακισμένοι, ελεούμε και τους εχθρούς. Συ όμως δεν ελεείς ούτε τον ευεργέτην και Κύριον σου. Και εκείνοι προσέφεραν χρυσόν, ενώ εσύ με δυσκολίαν δίδεις ολίγον ψωμί. Εκείνοι είδαν το Άστρον και εχάρησαν, συ όμως μολονότι βλέπεις τον ίδιον τον Χριστόν να είναι ξένος και γυμνός, δεν σκύβεις επάνω του. Ποιος από σας, που εδέχθητε απείρους ευεργεσίας, επεχείρησεν χάριν του Χριστού τόσον μεγάλον ταξίδιν, όσο εκείνοι οι βάρβαροι ή μάλλον εκείνοι οι φιλοσοφώτεροι από τους φιλοσόφους;
(Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 9)

Τα Χριστούγεννα και οι Πατέρες της Εκκλησίας π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Χριστούγεννα πάλι. Σε μία εποχή σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, όπου οι άνθρωποι έχουν μείνει στο παρελθόν της ευμάρειας, θρηνούν για τους χαμένους παραδείσους της άνεσης, της κατανάλωσης, της απληστίας,
της ψεύτικης ισχύος, χωρίς να βλέπουν ότι όλα αυτά χάθηκαν γιατί απωλέσαμε το μέτρο, απωλέσαμε την πίστη, απωλέσαμε την διάθεση για κόπο συλλογικό. Σε μια εποχή όπου η αμαρτία θεωρείται δικαίωμα, όπου το χαμόγελο είναι προσποιητό και μένουμε κολλημένοι στις μικρότητές μας. Σε μία εποχή όπου η παιδεία δεν νοιάζεται για την καλλιέργεια χαρακτήρων, αλλά μόνο για γνώσεις, στείρες απομνημονεύσεις, όπου το όραμα είναι οι επαναστάτες χωρίς αιτία ή τα πειθήνια όργανα ενός συστήματος που δεν αγαπά.

Χριστούγεννα πάλι. Και θέλουμε ελπίδα. Θέλουμε νόημα. Θέλουμε κάτι για να ξυπνήσει τις καρδιές μας. Κάτι ή Κάποιον;
Χριστούγεννα πάλι. Θα στολίσουμε τα δέντρα μας, θα ανταλλάξουμε τα δώρα μας, θα πούμε τα κάλαντά μας, θα κάνουμε την ελεημοσύνη μας, θα ψωνίσουμε για να τονωθεί η αγορά, θα παρακολουθήσουμε τις εορταστικές εκδηλώσεις, θα ζητήσουμε από τα παιδιά να δώσουν ένα ίχνος χαράς στη ζωή μας. Μπορεί και το πρωί της μεγάλης μέρας, ακούγοντας την καμπάνα να χτυπά χαρούμενα, να νιώσουμε την ανάγκη να περάσουμε από το ναό της γειτονιάς μας, να ανάψουμε ένα κερί και να φάμε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι σαν μία ξεχωριστή μέρα της ζωής μας.
Χριστούγεννα πάλι. Ναι, θέλουμε Κάποιον να μας δώσει ελπίδα. Ή να γίνει ο Ίδιος η ελπίδα.
Ο λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Μηνύματα που μαρτυρούν ένα πέρασμα από τη ζωή την δική μας, την καθημερινή, την ανθρώπινη, αυτή των επιθυμιών και των λογισμών, των ανεκπλήρωτων και των εκπληρούμενων, από τη ζωή της ανάγκης και της στόχευσης στον εαυτό μας, στη ζωή που βγαίνει από το εγώ και συναντά το εμείς, τον άλλο, αυτόν που καλούμαστε να βάλουμε στην καρδιά μας και να μπούμε στη δική του καρδιά, μα πρωτίστως την συνάντηση με Εκείνον τον Κάποιο που προσέλαβε τη ζωή μας για να γίνει η Ζωή μας.

Το ταπεινό νήπιο της Βηθλεέμ, το οποίο μπήκε στο χρόνο μας για να γίνει ο Χρόνος της αιωνιότητας για μας. Που μπήκε στον κόσμο από αγάπη και φανερώθηκε ως η Αγάπη. «Που έγινε άνθρωπος, για να λάβουμε από Εκείνον το δώρο να γίνουμε θεοί κατά χάριν»(Μέγας Αθανάσιος).
«Ο Θεός δεν εγκατέλειψε το δημιούργημά Του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε στη φθορά. Αλλά με την προσφορά του δικού του σώματος εξαφάνισε τον επερχόμενο θάνατο. Διόρθωσε με την διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων και κατάφερε με τη δύναμή Του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα» (Μέγας Αθανάσιος).

 «Οι άνθρωποι νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια. Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα, ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι άνθρωποι;

Και πώς θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πώς λοιπόν θα έπειθαν την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, πώς θα το διδάξει και σ’ άλλους;

Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον Πατέρα; Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους, όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του. Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα...

Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους χρειάζεται έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή» (Μέγας Αθανάσιος).
Αυτά τα τελευταία λόγια μας δείχνουν ότι για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα με Χριστό, χρειάζεται να ξαναβρούμε Ποιος είναι η Αλήθεια και τι είναι αληθινό στη ζωή μας. Να μη μείνουμε σε ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά να αφήσουμε στην άκρη είδωλα, ψεύτικες ιδέες ευτυχίας, ψεύτικα πρότυπα, μεγάλα λόγια και να ξαναγίνουμε παιδιά του Θεού. Στις εκκλησιές μας, στο μυστήριο της Ευχαριστίας, στην ευγνωμοσύνη για Εκείνον που μας αγαπά τόσο ώστε να γίνει Ένας από μας. Να ξαναβρούμε τις αξίες της εντιμότητας στη ζωή, της καθαρής ψυχής και της χριστιανικής αρετής. Αυτές που η εποχή μας λησμόνησε.
 Αυτές που ο Χριστός μας τις δίνει ως τον τρόπο της δωρεάς που μας οδηγεί στην Βασιλεία Του. Και να μεταμορφώσουμε κάθε έργο μας, την παιδεία μας, τις σχέσεις μας με τους άλλους, τον τρόπο της πολιτικής και της κοινωνίας, τον τρόπο του πολιτισμού ο καθένας με τον αγώνα του Εκείνος να είναι το νόημά μας.
Χριστούγεννα πάλι. Θα μείνουμε στον τρόπο της αμαρτίας, της αποτυχίας, θα μείνουμε στην όψη της γιορτής, ή θα ζήσουμε Εκείνον που έδωσε και έγινε η Ζωή μας;
Η απάντηση περνά από την Εκκλησία!

ΕΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΥΚ ΕΣΑΡΚΟΥΤΟ…

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου - Καθηγητού
Η έλευση του Κυρίου μας Ιησού στον κόσμο αποτελεί μια από τις λιγοστές ανάπαυλες χαράς που δοκίμασε το ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος στο διάβα της ιστορίας του. Αυτή είναι αποτυπωμένη στον αγγελικό άγγελμα της Γεννήσεως στους απλοϊκούς ποιμένες της Βηθλεέμ: «ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος» (Λουκ.2,12). Το ίδιο αποτυπωμένη είναι και στη θεσπέσια χριστουγεννιάτικη υμνολογία της Εκκλησίας μας: «Ευφραίνεστε δίκαιοι, ουρανοί αγαλλιάσθε, σκιρτήσατε τα όρη Χριστού γεννηθέντος» (1ο τροπ. των αίνων). Κι' αυτό διότι ο απόλυτα αγαθός Θεός της αγάπης και του ελέους δεν άφησε το πλάσμα Του αιώνια καταδικασμένο στην επήρεια του κακού και στη φθορά της αμαρτίας, αλλά έστειλε το μονάκριβο Υιό Του, να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος, κατατροπώνοντας τον αντίδικό Του διάβολο, εφευρέτη του κακού και πηγή κάθε δυστυχίας.
Κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: «ηρρώστησεν η ανθρωπίνη φύσις εν Αδάμ δια της παρακοής την φθοράν εισέδυ τε ούτως αυτήν τα πάθη» (P.G.74,788/9) και γι' αυτό σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού για να έρθει στη γη ως μοναδικός ιατρός για να θεραπεύσει τον βαρύτατα τραυματισμένο από την αμαρτία και βαθύτατα νοσούντα από τη φθορά άνθρωπο. Να τον αποκαταστήσει στην προ της πτώσεως κατάστασή του, ότι «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ.5,1).
Ο σαρκωμένος Θεός ήρθε σε ένα άκρως αφιλόξενο περιβάλλον. Ο κόσμος της πτώσεως, της αμαρτίας και της ασύλληπτης φθοράς είχε αλλοτριωθεί σε σημείο τέτοιο ώστε ένοιωθε βολικά στη φυλακή των παθών του, στο δεσμωτήριο της δυστυχίας του και δεν επιθυμούσε τη λύτρωση από αυτά. Το αρχέγονο κακό, το οποίο εισήλθε στον κόσμο από το διάβολο, με αποκλειστική ευθύνη του ανθρώπου, είχε μεταλλάξει το επίγειο παραδείσιο περιβάλλον σε πραγματικό κολαστήριο, ανάξιο να φιλοξενεί θεοειδείς ανθρώπινες υπάρξεις, εικόνες του Τριαδικού Θεού. Η καταγραμμένη ιστορία είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της διαχρονικής ανθρώπινης κακοδαιμονίας από το απώτερο παρελθόν ως τα σήμερα. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την έσχατη άρνηση του ξεπεσμένου κόσμου να δεχτεί το Λυτρωτή του; Μόνο ως ακραία σχιζοφρενική κατάσταση και τάση αυτοκαταστροφής!
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να άρει από αυτόν όλη αυτή την κακοδαιμονία, να καταλύσει τα έργα του διαβόλου, και κατά συνέπεια να θεραπεύσει το ανθρώπινο γένος από το κακό και τη δυστυχία που γεννά η αμαρτία. Το κατόρθωσε δια του επί γης απολυτρωτικού Του έργου. «Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον τον άνθρωπον χερσίν ον εποίησε, κλίνας ουρανούς κατέρχεται, τούτον δε εκ παρθένου αγνής όλον ουσιούται αληθεία σαρκωθείς» τονίζει ο ιερός υμνογράφος των Χριστουγέννων, για να αποδείξει ότι η απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους είναι έργο της θείας πρόνοιας.
Μεγάλοι στοχαστές κατά καιρούς έθεσαν το μεγάλο ερώτημα: αν δεν ερχόταν ο Χριστός στον κόσμο, ποια θα ήταν η κατοπινή του κατάσταση ως τα σήμερα. Η απάντηση είναι σαφής και κατηγορηματική: Αν θα είχε επιβιώσει το ανθρώπινο γένος από την ηθική σαπίλα του, η κατάσταση θα ήταν τραγική και απάνθρωπη! Δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση του μεγάλου Γάλλου ανθρωπιστή Σατωβριάνδου ότι αν ο Χριστός ερχόταν λίγα χρόνια αργότερα θα έβρισκε το πτώμα της ανθρωπότητας!
Θέλουμε να τονίσουμε ιδιαίτερα την αναγκαιότητα της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, διότι υπάρχει και το παράδοξο φαινόμενο να υποστηρίζεται από ορισμένους
πολέμιους του Χριστού, ότι η παρουσία Του στον κόσμο όχι μόνο δεν είχε θετική επίδραση, αλλά το αντίθετο: συσσώρευσε κακά και ότι η διαχρονική κακοδαιμονία οφείλεται στο Χριστιανισμό! Πρόκειται αναμφίβολα για τερατώδες ψέμα και απόλυτη διαστροφή της ιστορικής πραγματικότητας!
Κύριο γνώρισμα της αμαρτίας είναι η πλάνη και το ψεύδος. Ο προχριστιανικός κόσμος ήταν βυθισμένος σε απίστευτο κυκεώνα «εσκοτισμένης πλάνης». Ο πτωτικός άνθρωπος δε μπορούσε να στοχαστεί σύμφωνα με τις θεόσδοτες δυνατότητές του, αλλά παράπαιε ανάμεσα στο παράλογο, το μυστήριο και τη δεισιδαιμονία. Ο σαρκωμένος Λόγος είναι «το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν.1,9), είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν.8,12) και όπως δήλωσε ο Ίδιος «εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιωάν.18,37). Έφερε την αλήθεια στον κόσμο. Περιθωριοποίησε τις τερατώδεις διδασκαλίες και σοφιστείες, οι οποίες κρατούσαν τους ανθρώπους σε μια απελπιστική πνευματική κατάπτωση. Φανέρωσε τις παράλογες θρησκευτικές πίστεις σε αλλόκοτες και μισάνθρωπες θεότητες, ως καταστροφικές για τον άνθρωπο. Στο εξής κάθε ιδέα, φιλοσοφία, ή θρησκεία θα έχει ως μέτρο σύγκρισης τη θεία διδασκαλία του Θεανθρώπου Χριστού! Η πίστη στο θεανδρικό Του πρόσωπο θα προσφέρει πια τη βεβαία σωτηρία.
Η έχθρα, το μίσος, η αντιζηλία και ο ανταγωνισμός είναι τα ολέθρια προϊόντα του κακού, το οποίο έσπειρε στον κόσμο ο αρχέκακος διάβολος. Οι πόλεμοι, οι φόνοι και οι ραδιουργίες ήταν η μόνιμη κατάσταση στον αρχαίο κόσμο. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός «εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας ... αποκτείνας την έχθραν εν εαυτώ, και ελθών ευηγγελίσατο ειρήνην» (Εφ.2,14-17). Ήρθε στον κόσμο να βάλλει τέλος στις έχθρες και τους πολέμους, δημιουργώντας μια νέα κοινωνία αδελφότητας των ανθρώπων στο άγιο όνομά Του. Όρισε οι πιστοί Του να ζουν «μετά ταπεινοφροσύνης και πραότητος, μετά μακροθυμίας, ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη, σπουδάζοντες τηρείν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης» (Εφ.4,2-4). Στη νέα κοινωνία, την Εκκλησία, «ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός... εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι» (Κολ.3,11-12). Η έννοια της εχθρότητας πια θα είναι συνώνυμη με την εκτός της Εκκλησίας Του κατάσταση, τραγικό κατάλοιπο του παλιού πτωτικού κόσμου.
Στην προχριστιανική εποχή βασίλευε η αδικία και η απανθρωπιά. Η έννοια του αλληλοσεβασμού των ανθρωπίνων προσώπων και της αγάπης ήταν φαινόμενα σπάνια. Ανάμεσα στους ανθρώπους υπήρχαν αδιαπέραστα στεγανά, τα οποία συντηρούσαν μια φρικτή κατάσταση. Η κοινωνία είχε περισσότερο αγελαίο χαρακτήρα, παρά συμβίωση έλλογων ανθρωπίνων προσώπων. Ο Χριστός «εγενήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (Α΄Κορ.1,30). Ήρθε ως ισχυρότατος καταλύτης δικαίου για να διαλύσει το φρικτό κράτος της αδικίας, το οποίο βασίλευε σε όλη τη γη. Η διδασκαλία Του έγινε ο αιώνιος και ακατάλυτος κώδικας δικαίου, η αστείρευτη πηγή, η οποία τροφοδοτεί τα ανθρώπινα δίκαια με την αληθινή δικαιοσύνη, η οποία πηγάζει από την αγάπη. Μέσα στη νέα κοινωνία της δικαιοσύνης και της αγάπης, στην Εκκλησία Του «πάσα οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω» (Κολ.2,21), διότι ο Χριστός είναι ακρογωνιαίος λίθος αυτής της θείας οικοδομής. Μόνο η Εκκλησία Του έχει να επιδείξει, μέσα από τη δισχιλιόχρονη πορεία Της, άπειρα λαμπρά παραδείγματα αδελφοσύνης των ανθρώπων και αρμονικής συμβιώσεώς των.
Η αμαρτία είναι η πιο σκληρή και απάνθρωπη σκλαβιά, η οποία προσέβαλε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ο διάβολος είναι ο χειρότερος δυνάστης, ο οποίος
τυραννά ανηλεώς τον άνθρωπο. Την απολύτρωση από τη δουλεία αυτή πραγματοποίησε ο Χριστός, φέρνοντας στον πολύπαθο κόσμο την πραγματική και
μόνιμη ελευθερία. «Ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ...υμάς είρηκα φίλους» (Ιωάν.15,15) διαβεβαίωσε ο Ίδιος. Ως φορέας της αγάπης και της ευσπλαχνίας «τη ελευθερία ημάς Χριστός ηλευθέρωσεν» τονίζει ο απόστολος Παύλος και συνεχίζοντας παραγγέλλει στους πιστούς: «στήκετε ουν και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ανέχεσθε» (Γαλ.5,1). Καλούμαστε ως ελεύθερα όντα με τη δική μας θέληση να αποδεχτούμε τη μεγάλη πρόσκληση, την υιοθεσία μας από το Θεό, «ώστε ουκέτι ει δούλοι, αλλ' υιοί, οι δε υιοί και κληρονόμοι Θεού δια Χριστού» (Γαλ.4,7).
Το μέγα εύρος των δωρημάτων που απορρέουν από την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου είναι αδύνατον να εξαντληθεί στη μικρή αυτή εργασία. Εδώ μια απειροελάχιστη νύξη προσπαθήσαμε να κάνουμε, ως δοξολογία στο μέγα γεγονός της Γεννήσεώς Του. Εάν ο Θεός Λόγος δε σαρκώνονταν είναι αδύνατον να απολάμβανε
η ανθρωπότητα τις παραπάνω ευλογίες και δωρεές, διότι αυτές είναι αποκλειστικά δώρα τα οποία απορρέουν από το Θεό, αφού, «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων» (Ιακ.1,17. Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος θεωρεί πλάνη να θεωρούμε ότι υπάρχει και άλλη πηγή, εκτός του Θεού, που να απορρέει δωρήματα! Μπορούμε να φανταστούμε το μέγεθος της κακοδαιμονίας που θα βασίλευε σήμερα στον κόσμο, διότι γνωρίζουμε πως η αμαρτία και το κακό δεν αυτοαίρονται σε καμιά περίπτωση, αλλά, αντίθετα, αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Τρανό παράδειγμα η φρίκη και ο έσχατος αμοραλισμός που επικρατεί στους λαούς που δε γνώρισαν το Χριστό και δεν εμβολιάστηκαν από τη θεία διδασκαλία Του, ή από λαούς που Τον απέρριψαν, όπως για παράδειγμα ο αποστατημένος δυτικός κόσμος.
Σύμπασα η χριστιανοσύνη έχει στραμμένο το βλέμμα της εναγωνίως και εφέτος στη Βηθλεέμ, για να ατενίσει το «σωτήριον (του Θεού), ό ητοίμασεν κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,30). Μέσα στη σύγχρονη ζοφώδη και ασέληνη κατάσταση και την πνευματική παραζάλη, αναζητεί τον άσβεστο και ασφαλή νοητό φάρο, προκειμένου να βγει από τον δυσκολότερο (ίσως) κλυδωνισμό της ιστορίας του κόσμου. Προσβλέπει στο μοναδικό και αποτελεσματικό σωτήρα της ανθρωπότητας, τον νηπιάσαντα Θεό, διότι «Νέον εξ Αδάμ παιδίον φυράματος ετέχθη Υιός και πιστοίς δέδοται» (3ο τροπ. στ΄ ωδής του κανόνα των Χριστουγέννων). Ομολογούμε οι πιστοί ότι μακριά από Αυτόν όχι μόνον δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά θανατερό και απύθμενο βάραθρο, στο οποίο θα είχαμε καταλήξει εξάπαντος, αν δεν είχε ενανθρωπιστεί «ο εν αγκάλαις του Πατρός». Δοξάζουμε και αινούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας τον «εν τω σπηλαίω τεχθέντι» Κύριό μας Ιησού Χριστό, «ότι επεσκέψατο και εποίησε λύτρωσιν τω λαώ αυτού, και ήγειρε κέρας σωτηρίας υμίν» (Λουκ.1,68).

Ο ΗΡΩΔΗΣ, ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΥ



Η Γέννηση του Χριστού που περιγράφεται από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο δείχνει προκαταβολικά την τύχη του Μεσσία μέσα στον κόσμο. Ο αναγνώστης του ιερού Ευαγγελίου διαπιστώνει ότι η γέννηση του Ιησού Χριστού δεν έγινε σ' ένα ειδυλλιακό τοπίο, όπως φανταζόμαστε εμείς. Η δράση του Θεού προκαλεί μια κλιμακωτή σύγκρουση ανάμεσα στον « προ αιώνων Θεόν» που εμφανίζεται ως « Παιδίον Νέον» και τον γερασμένο εκπρόσωπο της τυραννικής εξουσίας του Ηρώδη.
Ο νεογέννητος Χριστός ευθύς ως εισέρχεται μέσα στον παρόντα κόσμο γνωρίζει την καταδίωξη και την εχθρότητα των αρχόντων, η οποία βρίσκει τον κύριο εκπρόσωπο της στον παραπάνω βασιλιά, του οποίου η θηριωδία είναι γνωστή και από τους ιστορικούς της εποχής. Θα μπορούσαμε να πούμε ανεπιφύλακτα, ότι ο θάνατος του Χριστού προανακρούεται ήδη από τη στιγμή της γέννησης Του. Η όλη πορεία του Χριστού μέσα από τον κόσμο θα είναι σταυρός αγάπης και θυσίας. Είναι σταυρός στον οποίο θα νικηθεί οριστικά η δαιμονική δύναμη για να λάμψει το αναστάσιμο φως.
Ο πρώτος, απόγονος του Δαβίδ, γεννάται σε μια φάτνη σε μια άσημη πολίχνη , την Βηθλεέμ. Ο δεύτερος, μισοιουδαίος, διαμένει σε παλάτι στα Ιεροσόλυμα συνεπικουρούμενος από τη θρησκευτική ηγεσία του Ιουδαϊσμό και τους κατοίκους της. « Το χριστουγεννιάτικο φως συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίας που την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια το « δόξα εν υψίστοις Θεώ» και από την άλλη ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη».
Αυτή η σύγκρουση που έχει μια δραματική εξέλιξη δεν έχει σχέση απλώς με δύο προσωπικότητες που συγκρούονται για τον ίδιο θρόνο. Είναι « σύγκρουση ανάμεσα στη βασιλεία του πάθους και της αγάπης για δύναμη και στη βασιλεία που στηρίζεται στη δύναμη της αγάπης και της θυσίας και του πάθους. Και η σύγκρουση αυτή είναι διαχρονική παρά την πολυμορφία της εξουσίας.
Τα φαινόμενα φανερώνουν ότι όχι μόνο στη φύση, αλλά και στην ιστορία τελικά θριαμβεύει ο νόμος του ισχυρού. Ο Ηρώδης καταγράφηκε στην ιστορία ως Μέγας, αφού κατάφερε να δώσει έκταση και δόξα στον Ισραήλ. Οικοδόμησε το μεγαλοπρεπέστερο Ναό της περιοχής του προσφέροντας χιλιάδες θέσεις εργασίας. Αλλά όμως και αυτός ήταν ένα υποστύλωμα της παράνομης εξουσίας του. Όταν ένοιωθε ότι απειλείται ο θρόνος του μπορούσε να θυσιάσει ό,τι πιο ιερό είχε στη ζωή του. Έτσι σκότωσε τη γυναίκα του και εκτέλεσε ψυχρά τους τρείς γιούς του. Μάλιστα ο Οκταβιανός Αύγουστος είπε για τον πιο άξιο υπηρέτη του στην Παλαιστίνη το περίφημο εκείνο, ότι καλύτερο να είναι κανείς χοίρος παρά γιός του Ηρώδη.
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς την αγωνία του Ηρωδιανού καθεστώτος, όταν έμαθε για τη γέννηση του τεχθέντος βασιλέως των Ιουδαίων. Η αγωνία αυτή μετατράπηκε σε θηριωδία όταν αποτύγχανε το πρώτο του σχέδιο με την χρησιμοποίηση των μάγων ωε κατασκόπων. Τη στιγμή εκείνη άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον Ιωσήφ και του λέγει να φύγει για να σωθεί με την μητέρα και το παιδί στην Αίγυπτο.
Η πρώτη παταγώδης αποτυχία σύλληψης και δολοφονία του νεοτεχθέντος βασιλιά των Ιουδαίων άφησε τον Ηρώδη ως ληρώδη. Θύμωσε πολύ και « αποστείλας ανείλεν πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω κατά τον χρόνο ον ηκρίβωσε παρά των μάγων».
Τα ερωτήματα για τη σφαγή των νηπίων είναι πολλά. Μερικοί αμφισβητούν την αξιοπιστία του γεγονότος, γιατί αυτό δεν μνημονεύεται από κανέναν άλλο ιστορικό της εποχής. Η σφαγή όμως κάποιων νηπίων μιας πολίχνης της Βηθλεέμ πεντακοσίων κατοίκων δεν ήταν και « έκπληξη» για τη συμπεριφορά αυτού του τυράννου, αφού δεν δίστασε να σφάξει τα τρία παιδιά του ως ύποπτους σφετεριστές του θρόνου του.
Πιο σοβαρές είναι οι θρησκευτικές απορίες. Για πιο λόγο ο Θεός συνεχώρησε να πεθάνουν αθώα βρέφη και μάλιστα χάρη εκείνου του παιδιού που σαρκώθηκε για να σφαγεί χάρη όλου του κόσμου; Πως είναι δυνατό από τη μια άγγελοι να ψάλουν το « δόξα εν υψίστοις και επί γης ειρήνη» και στον ίδιο χώρο να ακούγονται τα κλάματα των αθώων νηπίων και οι θρήνοι των μητέρων τους; Ποια ειρήνη έφερε ο Μεσσίας στον κόσμο αφού μέχρι σήμερα και τώρα ακόμα, στον ίδιο χώρο αντηχεί ο παραλογισμός της βίας και του αίματος;
Βέβαια ο Χριστός δεν ήρθε να φέρει μια ειρήνη ανάλογη της Ρωμαϊκής που εξυπηρετούσε απλά την « ομόνοια» των ισχυρών συμφερόντων των ολίγων που εμπορεύονταν σώματα και ψυχές. Η ειρήνη του Χριστού προϋποθέτει την αφαίρεση του αποστήματος της αμαρτίας, τη δίψα του ανθρώπου για ισχύ, δύναμη και δόξα. Γι' αυτό και η παρουσία του προκαλεί πόνο, σπασμωδικές αντιδράσεις όλων εκείνων που διαχειρίζονται στη γη την πολιτική κάθε μορφή εξουσίας χρησιμοποιώντας την βία.
Η σφαγή των νηπίων κάθε εποχής φανερώνει αρχικά που μπορεί να φθάσει ο αποστάτης άνθρωπος, ο οποίος γίνεται κτήνος ή δαίμονας είτε και τα δύο μαζί καμιά φορά.
Φυσικά τίποτα δεν γίνεται χωρίς την παραχώρηση του Θεού ο Οποίος βλέπει τα πάντα κάτω από το πρίσμα της αιωνιότητας και διευθετεί τα πράγματα με τρόπο ακατάλληλο για τον άνθρωπο.
Ο Ηρώδης εικονίζει το σύμβολο του υπεράνθρωπου το οποίο όμως ξεψυχά στην Ιεριχώ από φοβερή αρρώστια των εντέρων και της υδρωπικίας.
Ο Χριστός επιστρέφει στη Γαλιλαία γιατί « τεθνήκασι οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου». Ο ίδιος θα τελειώσει την επίγεια πορεία Του στο όρος της Γαλιλαίας με τα λόγια: « ιδού εγώ μεθ' υμών είμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».
Πέρασαν από τότε πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά οι δύο εξουσίες εγκολπωθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μία με την άλλη στον ταλαίπωρο πλανήτη μας; η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από τρόμο και τρομακτικά απάνθρωπη. Και η ακτινοβολούσα εξουσία του Θ. Βρέφους της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως ότι όλη η εξουσία και η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής. Φαινομενικά όμως, γιατί ποτέ δεν παύει να λάμπει το αστέρι και η εικόνα της μητέρας με το Θ. Βρέφος.

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ . Δημητρίου Μπόκου

theio brefosπ. Δημητρίου Μπόκου
Ἀκούμπησε τὸ φορτίο μὲ τὰ ξύλα στὸν ὀγκόλιθο ποὺ ἐξεῖχε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Ὁ ἀνήφορος τῆς ἔκοψε τὰ πόδια. Κοντοστάθηκε νὰ πάρει ἀνάσα, σκούπισε μὲ τὴν ποδιὰ τὸ ξαναμμένο της πρόσωπο. Ἀμνοεριφάκια παιχνιδιάρικα, λιγοστά, μετρημένα στὰ δάχτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς – τὸ μικρό της ποίμνιο - τὴν προσπέρασαν ἀνυπόμονα κι ἔτρεξαν βιαστικὰ γιὰ τὸ στέκι τους. Ὁ ἥλιος, ξεφεύγοντας γιὰ μιὰ μονάχα στιγμὴ ἀπ’ τὰ πυκνὰ σύννεφα, ἔστειλε τὸ τελευταῖο χάδι του στὴ γῆ καὶ βούτηξε πρὸς τὴ δύση χλωμός.
Ἕνα κλάμα διέκοψε τὴ σιγαλιὰ τῆς βραδιᾶς. Ἡ λιγνὴ σιλουέτα της ἔγειρε πρὸς τὸ φορτίο. Ἀνασήκωσε ἀπ’ τὸν σωρό, τυλιγμένο προσεκτικὰ στὰ σπάργανά του, τὸ μωρό της. Τὴν εἶχε τυραννήσει σήμερα. Ἀνήμπορο ἦταν; Πεινοῦσε; Τρόμαξε ἀπὸ κάτι; Δὲν ἦταν σί-γουρη. Τὸ κούνησε ἁπαλά, τό ’σφιξε στὴν ἀγκαλιά της, πάλεψε νὰ τὸ ἡσυχάσει. Τό ’βαλε γιὰ λίγο στὸν μαστό της νὰ τὸ ξεγελάσει.
Ἦταν τὸ μόνο ποὺ τῆς ἀπόμενε στὴ ζωή. Ὁ πόνος τὴν εἶχε τι-μήσει μὲ τὴν παρουσία του πολλὲς φορές. Τρεῖς γόνοι της εἶχαν χαθεῖ χωρὶς νὰ δοῦν τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Σ’ αὐτὸ τὸ τέταρτο μονάχα, φαίνε-ται, τὴ θυμήθηκε ὁ Θεὸς καὶ τὸ παιδὶ γεννήθηκε καλά. Τὸ φτωχικό τους ἔλαμψε. Ἦταν ὁ γιός της, ὁ μονογενής, ὁ ἥλιος πού ’κανε μέρα φωτεινὴ τὴ νύχτα τῆς ζωῆς της.
Μὰ τὸ μικρὸ καλύβι τους ποὺ εἶχε γίνει παλατάκι, δὲν ἄργησε πολὺ νὰ ξανασκοτεινιάσει. Πᾶνε τρεῖς μῆνες τώρα ποὺ ὁ σύντροφός της ὁ ἀγαπημένος ἔσβησε. Τὸ πολύτιμο στήριγμά της χάθηκε. Ἡ χαρά της ἔφυγε ξανά. Ἔρημο δεντρὶ στὸν ἄνεμο, πολεμάει μόνη της πιά. Σφίχτηκε πάνω στὸν μικρό της γιό. Ὅλο της τὸ εἶναι μαζεύτηκε στὸ ἀδύναμο ἐκεῖνο πλασματάκι, τὸ τόσο εὔθραυστο, μὰ καὶ τόσο πολύ-τιμο. Ἦταν τὸ μόνο φῶς ποὺ ἔφεγγε ἀκόμα στὴν ψυχή της…
Ἀκούμπησε τὸ βρέφος μαλακὰ πάνω στὰ ξύλα καὶ ξαναπῆρε τὸ φορτίο της στὴν πλάτη. Ἔφτασε μὲ βήματα ἀργὰ στὸ φτωχικό της, ἕνα καλύβι ἔρημο, σὲ ἀπόσταση ἀπ’ τὸ ὑπόλοιπο χωριό, μοναχικὸ κι αὐτὸ σὰν τὴν κυρά του. Ταχτοποίησε τὰ λίγα ζωντανὰ στὸ στάβλο τους κι ἔκατσε κάποτε κι αὐτή, νὰ βολευτεῖ, νὰ συγυρίσει τὸ μικρὸ νοικοκυριό, νὰ ξανασάνει.
…Ἡ κρύα νύχτα ἁπλώθηκε γιὰ τὰ καλά, ὅταν μὲ τὰ πολλὰ κα-τάφερε νὰ βάλει τὸ μωρὸ νὰ κοιμηθεῖ κι ἔγειρε δίπλα του κατάκοπη κι αὐτή. Δὲν θά ’χαν κλείσει γιὰ καλὰ τὰ μάτια της, ὅταν τῆς φάνηκε πὼς κάποιος χτύπησε τὴν πόρτα. Ἔστησε αὐτὶ μὲ προσοχή, ἐνῶ ἡ καρδιά της σκίρτησε ἀπὸ φόβο. Καὶ νά, ποὺ κάποιος ξαναχτύπησε σιγανά, διακριτικά. Φαινόταν πώς, ὅποιος κι ἂν ἦταν, δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει. Μὰ τί συνέβαινε; Ποιὸς χτύπαγε νυχτιάτικα; Ἀνήσυχο τὸ βλέμμα της ἀναζήτησε τὸ μωρό της. Εὐτυχῶς κοιμόταν ἥσυχα.
Σηκώθηκε περπατώντας στὰ νύχια καὶ πῆγε ὣς τὴν πόρτα.
- Ποιὸς εἶναι; φώναξε σιγανά.
- Ἄνοιξε, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! μίλησε μιὰ γλυκειὰ γυναικεία φωνή. Ἔχω μικρὸ παιδί, χρειάζομαι φωτιὰ νὰ τὸ ζεστάνω.
Ἄνοιξε παραξενεμένη.
Μιὰ νεαρὴ μητέρα, σχεδὸν δεκαπεντάχρονο κορίτσι, στεκόταν στὴν πόρτα της. Ἕνα βρέφος μὲ μάτια κλειστὰ ἔγερνε ἥσυχα τὸ κεφα-λάκι του πάνω στὸ στῆθος της. Στὸ πλευρό της παράστεκε ἕνας σε-βάσμιος πρεσβύτης.
Ἡ γυναίκα στάθηκε γιὰ λίγο ἀμήχανη, μὰ σὰν ἀντίκρυσε τὸ βλέμμα τῆς βρεφοκρατούσας, παραμέρισε ἀμέσως. Τοὺς ἔβαλε γρή-γορα στὸ φτωχικό της. Ἔβγαλε ὅ,τι εἶχε νὰ τοὺς περιποιηθεῖ. Ἔφερε ψωμὶ νὰ φᾶνε καὶ ζέστανε γάλα φρεσκοαρμεγμένο ἀπὸ τὰ ζωντανά της γιὰ τὴ νεαρὴ μητέρα νὰ τονωθεῖ. Κατέβασε μάλλινα σκεπάσματα, ὑφασμένα μὲ τὸ χέρι της στὸν ἀργαλειό, τοὺς ἔστρωσε ζεστὰ νὰ κοιμηθοῦν. Λίγο θὰ ξεκουράζονταν, τῆς εἶπαν καὶ θά ’φευγαν ξανὰ μὲς στὴ νυχτιά.
- Ὁ δρόμος μας εἶναι μακρὺς καὶ δύσκολος, εἶπε ἡ νεαρὴ μητέ-ρα, καθὼς ἔγερνε τὸ κουρασμένο σῶμα της στὸ στρῶμα νὰ ξεκουραστεῖ.
Ἀκούμπησε τὸ βρέφος της δίπλα στὸ ἄλλο βρέφος, ποὺ ἐδῶ καὶ ὥρα πιὰ κοιμόταν ἥσυχο. Στὸ ἄγγιγμα τοῦ ξένου βρέφους πάνω του, ἀνακινήθηκε τὸ κοιμισμένο βρέφος ζωηρά. «Ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει». Ἄνοιξε παρευθὺς ὁλόχαρο τὰ μάτια του. Τὰ δυὸ παιδιὰ κοιτάχτηκαν μὲ τὰ καθαρὰ ἀπονήρευτα μάτια τους, προνόμιο μόνο τῶν παιδιῶν, καὶ χαμογέλασαν σὰν γνώριμα ἀπὸ παλιά. Οἱ γυναῖκες κοιτάχτηκαν μὲ τὴν κατανόηση ποὺ μόνο οἱ μητέρες μποροῦν νὰ ἔχουν καὶ χαμογέλασαν κι αὐτές.
…Ἡ νύχτα ἀγκάλιασε τὰ πάντα ξανά. Τίποτα δὲν ἀκουγόταν στὴν παγωμένη σκοτεινιά, πέρ’ ἀπ’ τ’ ἀπόμακρο, ἀραιό, πένθιμο κρώξιμο μιᾶς ξεμοναχιασμένης κουκουβάγιας…
…Μὰ ἡ βαθειὰ σιγὴ ἔγινε κομμάτια ξαφνικά, ὅταν μιὰ τρομερὴ σπαραχτικὴ κραυγὴ ἔσκισε ὣς πέρα τὴν ὁμίχλη τῆς νύχτας. Κι ἀμέσως ἄλλη κραυγὴ… καὶ ἄλλη… καὶ ἄλλη…, ὥσπου ἀμέτρητοι θρῆνοι σπαραχτικοὶ καὶ ἄγριες προσταχτικὲς φωνὲς βύθισαν τὸ μικρὸ χωριὸ σὲ μιὰ θανάσιμα λυπητερὴ μελωδία.
Στὸ φτωχικὸ τῆς χήρας ὅλοι τινάχτηκαν ὀρθοί.
- Γιὰ μᾶς εἶναι! εἶπε ἀλαφιασμένη ἡ νεαρὴ μητέρα. Ἐμᾶς ψά-χνουν. Τὸ παιδί μου θέλουν, νὰ τὸ θανατώσουν! Δὲν θὰ προλάβουμε νὰ τοὺς ξεφύγουμε.
- Στὸν στάβλο γρήγορα! εἶπε ἡ γυναίκα ἀποφασιστικά, χωρὶς νὰ ρωτήσει περισσότερα. Δὲν θὰ σᾶς βροῦν ἐκεῖ. Θὰ σᾶς κρύψω καλά.
Καθὼς φωνὲς καὶ ποδοβολητὰ πλησίαζαν γρήγορα πρὸς τὴ μεριά τους, ἡ νεαρὴ μητέρα ἅρπαξε τὸ βρέφος της καὶ ἔτρεξαν ὅλοι πρὸς τὸν στάβλο. Μὰ πρὶν ἀκόμα προλάβουν νὰ μποῦν, δυὸ στρατιῶτες ἔφιπποι μὲ γυμνωμένα τὰ σπαθιὰ φάνηκαν νὰ καλπάζουν στὸ μονοπάτι. Οἱ καρδιὲς σφίχτηκαν στὴν παγερὴ ἀνάσα τοῦ τρόμου, καθὼς οἱ ὁπλὲς ἀντήχησαν βαριὰ καὶ πένθιμα στὸ παγωμένο καλντερίμι. Τὰ ἄλογα σηκώθηκαν στὰ δυό τους πόδια χλιμιντρίζοντας ἄγρια καὶ τὰ κρύα τους πέταλα πέταξαν σπίθες στὸ πλακόστρωτο, καθὼς οἱ ἀναβάτες τράβηξαν βίαια τὰ χαλινάρια καὶ πήδηξαν βιαστικὰ στὴ γῆ.
Ἔκαναν νὰ τρέξουν πρὸς τὸν στάβλο, ὅταν ἀπὸ τὸ φτωχικὸ καλύβι ἀκούστηκε φωνὴ παιδιοῦ. Μόνο του στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ἀλαφιασμένο ἀπ’ τὴ μακάβρια συναυλία τῶν θρήνων, τὸ βρέφος τῆς φτωχειᾶς τινάχτηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο του, ξέσπασε σὲ ἄγριο κλάμα χωρὶς συγκρατημό. Οἱ στρατιῶτες χωρίστηκαν. Ὁ ἕνας μπῆκε στὸ καλύβι τῆς χήρας. Ὁ ἄλλος τράβηξε γιὰ τὸν στάβλο.
Ἔσπρωξε βίαια τὴν ξύλινη πόρτα μὲ τὸ πόδι του κι ἀμέσως βρέθηκε μπροστὰ στὴ νεαρὴ μητέρα. Κατάλαβε πὼς ἦταν αὐτὴ ποὺ ἀναζητοῦσε. Δὲν εἶχε προλάβει νὰ κρυφτεῖ. Καθόταν σ’ ἕνα δεμάτι ἄχυρο καὶ τὸν κοιτοῦσε ἀτάραχη. Ὁ φόβος εἶχε φύγει ἐντελῶς ἀπὸ τὸ βλέμμα της. Μιὰ ὑπέρλαμπρη χάρη φώτιζε τὸ πρόσωπό της. Τὸ γέμιζε ἐκπληκτικὴ ὀμορφιά. Ἕνα φῶς μυστικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ γλυκά της μάτια, ἀντιφέγγιζε στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. Στὴν ἀγκαλιά της ἀναπαυόταν τὸ βρέφος της, γερμένο πάντα ἥσυχα στὸ στῆθος της, σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε.
Ὁ στρατιώτης στάθηκε συνεπαρμένος ἀπ’ τὴν ὀμορφιά, τὴ γλυκύτητα καὶ τὴ γαλήνη τῆς μικρῆς κόρης μπροστά του. Ποτὲ δὲν εἶχε ξαναδεῖ παρόμοιο κάλλος. Θυμήθηκε ὅμως τὴν ἀποστολή του γρήγορα καὶ πάσχισε ν’ ἀπαγκιστρώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ γοητεία τοῦ μυστηρίου ποὺ τὸν τύλιγε. Δὲν τοῦ εἶχαν ἀφήσει περιθώρια γιὰ τέτοια. Ὁ τρομερὸς βασιλιάς τους εἶχε δώσει ἀμετάκλητη προσταγή: Νὰ πεθάνει τὸ βρέφος αὐτό. Ἡ στιγμὴ λοιπὸν ἔφτασε. Θὰ ἦταν μεγάλη τιμή του νὰ γίνει αὐτὸς ποὺ θὰ φέρει εἰς πέρας τὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ.
Ἅπλωσε τὸ χέρι γιὰ ν’ ἀποσπάσει τὸ βρέφος ἀπ’ τὴ μητέρα του, ἐνῶ ὕψωνε τὸ σπαθί του μὲ τὸ ἄλλο. Μὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἀκριβῶς τὸ βρέφος ἄνοιξε τὰ μάτια του, τὰ ἔστρεψε ὁλόισια πάνω του. Ὁ στρα-τιώτης ἔνοιωσε νὰ συνταράζεται ὁλόκληρος. Ξαφνικὸς ἀνεξήγητος τρόμος παρέλυσε τὰ μέλη του. Τὸ βλέμμα ἐκεῖνο φαινόταν νὰ εἰσορμᾶ μέσα του «ἐν στύλῳ πυρὸς καὶ νεφέλης», σὰν νὰ ξεχυνόταν ἀπ’ τὴν καρδιὰ ἑνὸς νέφους γεμάτου φωτιά. Φοβερὸ καὶ συνάμα μεγαλειῶδες μυστήριο ξετυλιγόταν μπροστά του. Ἄκουσε στὰ κατάβαθά του, χωρὶς νὰ μιλήσει κανένας, μιὰ φωνὴ σὰν βροντή:
- Κοπιάζεις ἄδικα! Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα μου. «Ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστι».
Στάθηκε ἀδύνατο νὰ ἀντέξει τὸ βλέμμα τοῦ βρέφους. Τρέμοντας ὁλόκληρος, ράκος ἐλεεινό, πανικόβλητος, βγῆκε τρικλίζοντας μὲ μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ βρεῖ τὸν σύντροφό του. Ἡ φτωχειὰ γυναίκα ἔμεινε κατάπληκτη. Ποιὰ ἦταν ἡ νεαρὴ αὐτὴ κόρη καὶ τὸ παράξενο βρέφος ποὺ γαλακτοτροφοῦσε; Τί ἀνεξήγητα μυστήρια ἔκρυβε ἡ νύχτα ἐκείνη; Κατάλαβε πὼς ἕνας κόσμος διαφορετικὸς εἶχε εἰσβάλει ξαφνικὰ στὸν κόσμο ποὺ ἤξερε, τὸν μίζερο, τὸν ταλαιπωρημένο.
…Ἔφερε ξανὰ τὴ συνοδία ἀπὸ τὸν στάβλο στὸ καλύβι της. Μὰ εὐθὺς ὡς ἔβαλε τὸ πόδι της στὸ κατώφλι του, ἦταν αὐτὴ ποὺ τώρα τράνταξε τὴ νύχτα μὲ τὴν κραυγή της τὴ σπαραχτικὴ καὶ μόνο ποὺ δὲν σωριάστηκε λιπόθυμη. Τὸ βρέφος της, ὁ γιός της ὁ μονογενής, στὸ ἀθῶο του αἷμα βουτηγμένος, κειτόταν μπρός της ἄψυχος, νεκρὸς ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ δεύτερου στρατιώτη.
Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔχασε τὸν κόσμο της. Ἡ ζωή της ἄδειασε ξαφνικά. Γιατί νὰ τῆς συμβεῖ καὶ αὐτό; Λίγες συμφορὲς τὴ βρῆκαν μέχρι τότε; Τί τῆς ἔμενε πλέον γιὰ νὰ κρατηθεῖ ἀκόμα στὴ ζωὴ αὐτή; Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε τὸ παράξενο ἐκεῖνο βρέφος νὰ σώσει καὶ τὸ δικό της παιδί, ὅπως ἔσωσε τὸν ἑαυτό του ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ στρατιώτη; Γιὰ χάρη του δὲν σφάχτηκαν ἄλλωστε τόσα παιδιά, μαζὶ καὶ τὸ δικό της; Γιατί δὲν ἔκαμε κάτι; Ἔβγαζαν ἐπιτέλους κάποιο νόημα ὅλα αὐτά;
Ἔσταξε αἷμα, σπάραξε, χίλια κομμάτια ἔγινε ἡ καρδιά της.
- Θέ μου, γιατί;… ἀνέβηκε ὁ λυγμός, χωρὶς ὀργή, ἀλλὰ πνιγμέ-νος στὸ παράπονο, τὴν ἀπορία καὶ τὸν πόνο.
Στράφηκε πρὸς τὸ βρέφος μὲ τὸ νεκρό παιδί της ἀγκαλιά. Τὰ μάτια της κλαμένα γύρεψαν τὴν ἀπάντηση. Μὰ ναί! Τὸ βρέφος εἶχε κιόλας στραμμένο πάνω της τὸ βλέμμα του. Τὴν ἀγκάλιαζε ὁλόκληρη, ἔριχνε φέγγος ἱλαρὸ στὴ σκοτεινιά της. Ἔνοιωσε παρευθὺς νὰ θέλγεται ἀνεξήγητα ἀπὸ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο καὶ τὴν καρδιά της ἀπροσδόκητα νὰ ἀλαφρώνει. Τὴν ψυχή της νὰ γεμίζει γαλήνη. Τὸ βρέφος ἔπαιρνε τὸν πόνο ἀπὸ μέσα της. Τραβοῦσε τὴ ματιά της μὲς στὸ βλέμμα του. Καὶ μέσα ἐκεῖ τὰ μάτια της ἀντίκρυσαν εὐθὺς ἕναν καινούργιο κόσμο, μυστικό, μὲ τέτοια γοητεία κι ὀμορφιά, ποὺ ὣς τότε δὲν ξανασυνάντησε στὴ γῆ. Τὸ βρέφος τὴν καλοῦσε μυστικὰ νὰ δεῖ «τὰ μὴ βλεπόμενα», ὄχι τὰ πρόσκαιρα, μὰ τὰ αἰώνια.
Τὰ πάντα βρίσκονταν ἐκεῖ, στὸ βλέμμα ἐκεῖνο μέσα. Ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, ἡ γῆ «καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς». Ὅσα εἶχαν συμβεῖ ἀπ’ ἀρ-χῆς, ἀπὸ κτίσεως κόσμου. Ὅσα τὴν ὥρα ἐκείνη γίνονταν. Ὅσα ἦταν μελλούμενο νὰ ’ρθοῦν. Καὶ ἦταν ὅλα ἀληθινά, καινούργια, ὄμορφα, μιὰ νέα πλάση. Καὶ ζοῦσαν ὅλοι ἐκεῖ πραγματικά. Ἀνεξάντλητο πέλα-γος ἡ ἀγάπη ἀναπηδοῦσε ἀπ’ τὸ βλέμμα τοῦ βρέφους καὶ πλημμύριζε τὰ πάντα. Ἔβλεπε ἐκεῖ τὸν ἄντρα της. Ἐκεῖ καὶ τὰ παιδιά της ποὺ εἶχαν χαθεῖ ἀγέννητα. Ἐκεῖ καὶ τὸ βρέφος της, ποὺ τὸ νεκρό του σῶμα ἔσφιγγε ἀκόμα πάνω της. Ἐκεῖ καὶ ὅσα βρέφη θερίστηκαν τὴ νύχτα ἐκείνη ἄωρα, γιὰ χάρη τοῦ βρέφους ἐκείνου τοῦ μοναδικοῦ, ποὺ ἦταν μπροστά της. Ὅλα ἐκεῖ χαρούμενα, εὐτυχισμένα ζωντανά. Μὰ ἦταν καὶ ἡ ἴδια ἐκεῖ. Παρέα μὲ τοὺς ἀγαπημένους της, μιὰ ἀγκαλιὰ ἀτέλειωτη μαζί τους.
Τὰ μάτια τῆς γυναίκας ἄνοιξαν, ἔβλεπε πιὰ τὰ πράγματα σὲ βά-θος, «τὴν φύσιν τῶν ὄντων» ἀτένιζε καθαρά. Τί ὑπέροχο, νὰ εἶναι κι αὐτὴ μέσα στὸ βλέμμα ἐκεῖνο! Ὅσα ἤθελε, βρισκόντουσαν ὅλα μέσα ἐκεῖ. Εἶδε πὼς τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς ἐδῶ στὴ γῆ ἢ νὰ πεθαίνει, δὲν εἶχε τὴ μεγάλη σημασία ποὺ νόμιζε. Ἀλλοῦ ἦταν ἡ οὐσία, τὸ ὄντως πρωταρ-χικό: Ν’ ἀποτελοῦν ὅλοι παντοτινὰ μέρος τοῦ κόσμου ἐκείνου, αἰώνια «ἐν χειρὶ Θεοῦ» νὰ ζοῦν εἰρηνικά. Σ’ αὐτὸ τὸ βλέμμα ἔλαμπε ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἀσύλληπτα διαφορετικὸς ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ κό-σμου τῶν ἀνθρώπων!
Στὸ βρέφος ἀναγνώρισε τὸν Κύριο καὶ Θεό της. Μπροστά της εἶδε τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν προφητευμένη μοναδικὴ παρθενομή-τορα. Τὴν ὥρα αὐτὴ γινόταν μέτοχος μεγάλων, ἀκαταλήπτων μυ-στηρίων. Πόσο μετάνοιωσε ποὺ στιγμιαῖα ἄφησε ν’ ἀναταράξουν τὴν καρδιά της τά, ἔστω, δίκαια παράπονά της! Μικρές, ἀσήμαντες τῆς φάνηκαν οἱ βραχυπρόθεσμες ἐδῶ ἐπιδιώξεις της, μπρὸς στὶς ἀπίστευτες προοπτικὲς ἀπέραντης ζωῆς ποὺ ἀνοίχτηκαν μπροστά της. Αὐτὸ λοιπὸν καὶ μόνο ἄξιζε, ποτὲ νὰ μὴ χαθεῖ ἀπὸ τὸ βλέμμα αὐτοῦ τοῦ βρέφους. Μὴν πάψει νὰ τὴ βλέπει ὁ Θεός.
Ἡ ἀλλαγὴ μέσα της ἦρθε σαρωτική. Ἔγειρε τὸ κεφάλι ταπεινά. Μὲ συντριβὴ προσκύνησε «μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον».
- Συχώρεσέ με, Κύριε! ψιθύρισε. Πῶς καταδέχτηκες νὰ δῶ ἐγώ, τόσο μικρή, τὸ μεγαλεῖο σου; Ποτὲ δὲν ἤμουν καὶ δὲν θά ’μαι ἄξια, «ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς». Πῶς μοῦ ἔγινε τέτοια τιμή, νὰ ’ρθεῖ ὁ Κύριός μου καὶ «ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με»; Καὶ πῶς ξενίζω τώρα στὸ καλύβι μου ἐγὼ «τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέ-ντα ἐν κόσμῳ» Θεό;
Γαληνεμένη ὣς τὰ κατάβαθά της, αὐτοπαραδομένη ἐντελῶς στὸ θεῖο θέλημα, σηκώθηκε. Μὰ τότε, σὰν νὰ τέλειωσε μ’ αὐτήν, τὸ βρέφος ἔριξε τὸ βλέμμα του πάνω στὰ σφαλισμένα βλέφαρα τοῦ ἄψυχου παιδιοῦ της. Ἐκεῖνα ἀμέσως ἄνοιξαν. Τὸ μικρὸ σωματάκι του σκίρτησε ζωηρά, σὰν νὰ ξυπνοῦσε ἀπὸ τὸν ὕπνο, ζωντάνεψε. Τὰ δυὸ βρέφη, ὅπως καὶ νωρίτερα, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους καὶ χαμογέλασαν πάλι. Ἕνα ἀσύλληπτο κύμα χαρᾶς διαπέρασε τὴν καρδιὰ τῆς γυναίκας, φούσκωσαν εὐγνωμοσύνη τὰ στήθη της. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπαψε νὰ ζητάει ὁτιδήποτε, τῆς δόθηκαν τὰ πάντα ξανά.
- Ὤ, Κύριε!... κατάφερε μονάχα νὰ ψελλίσει καὶ ξανάπεσε στὰ γόνατα, ἀγκαλιάζοντας, φιλώντας καὶ βρέχοντας μὲ ποταμοὺς δα-κρύων τὰ πόδια τῆς ταπεινῆς κόρης, ποὺ βάσταζε πάνω της βρέφος τὸν Ὕψιστο.
Ὁ ποταμὸς εὐλογίας καὶ ζωῆς ποὺ πήγαζε ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ βρέφους, ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, συνεπῆρε τὰ πάντα. Πλημμύρισε τὸ μικρό της φτωχικό, παράδεισο τό ’κανε, παλάτι ὁλόφωτο, γαλάζιο οὐρανό…
…Ἡ μικρὴ συνοδία ἑτοιμάστηκε γιὰ ἀναχώρηση. Ἡ γυναίκα ἀνάσυρε ἀπ’ τὸ σεντούκι της τὸ μοναδικὸ πολύτιμο ροῦχο ποὺ εἶχε, ἀκριβὸ δῶρο-ἐνθύμιο τοῦ ἄντρα της. Ἕνα ἀφόρετο μαφόριο. Τὸ ἔριξε στοργικὰ στὸ κεφάλι καὶ τοὺς ὤμους τῆς νεαρῆς μητέρας. Νὰ τὴν προστατεύει ἀπ’ τὴ νυχτερινὴ παγωνιά. Τὸ πέρασε μπροστά της σταυρωτὰ καὶ τὸ ξανάριξε πίσω, ἀφήνοντάς το νὰ πέσει πλούσιο στὸ παρθενικό της κορμί. Τυλιγμένη στὸ βαθὺ κόκκινο βασιλικό του χρῶμα ἡ κόρη, ὁλοφώτεινη «ἔσωθεν, πεποικιλμένη» ἀπ’ ἔξω μὲ τὰ χρυσά του κρόσσια, ἔπεμπε ἀχτινοβόλα ὀμορφιά, ἀληθινὰ ἀγαπημένη «θυγάτηρ τοῦ Βασιλέως».
Τότε «ἠσπάσαντο ἀλλήλας αἱ μητέρες», φίλησαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη τρυφερὰ καὶ χωρίστηκαν. Στὴν ἄκρη τῆς αὐλῆς, σὰν νὰ μὴν εἶχε τίποτε συμβεῖ, τὸ ταπεινὸ ὀνάριο περίμενε ἥσυχο. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ γηραιοῦ πρεσβύτη ἡ κόρη ἀνέβηκε στὴ ράχη του, πάντα κρατώντας ἀγκαλιὰ τὸ βρέφος της, μὲς στὴ δική του γῆ κατατρεγμένο προσφυγόπουλο. Ἡ ἱερὴ συνοδία ξεκίνησε σιωπηλά…
Καὶ ὅσο ξεμάκραιναν οἱ τρεῖς μὲς στὴ νυχτιά, τοὺς ἔβλεπε ἡ καλότυχη φτωχειὰ σὲ οὐράνιο φῶς, …ποὺ τό ’χαν βλογημένη συντροφιά, …ἔδιωχνε κύκλο τὸ βαθὺ σκοτάδι γύρω τους, …τὰ βήματά τους φώτιζε ἁπαλά… Μὰ ὣς νὰ χαθοῦν ἀπ’ τὴ ματιά της ἐντελῶς, …ἦρθε καὶ φώλιασε τὸ φῶς μὲς στὴν καρδιά της…
Τί νύχτα ἀπόψε, Θέ μου, καὶ τούτη!...
Χριστούγεννα 2015

Η Γέννηση του Χριστού από την Παρθένο Μαρία Κάλλιστος Γουέαρ



Η γέννηση του Χριστού από μια παρθένο υπογραμμίζει ότι η Ενσάρκωση δεν έχει καμιά σχέση με τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου. Όταν γεννιέται ένα παιδί από δυο ανθρώπινους γονείς με το συνηθισμένο τρόπο, αρχίζει να υφίσταται μια καινούρια ύπαρξη. Αλλά το πρόσωπο του ενσαρκωμένου Χριστού δεν είναι άλλο από το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Επομένως, στη γέννηση του Χριστού δεν άρχισε να υφίσταται ένα νέο πρόσωπο, αλλά το πρόσωπο του Υιού του Θεού που προϋπήρχε άρχισε τώρα να ζει όχι μόνο με θεϊκό αλλά και με ανθρώπινο τρόπο ύπαρξης. Έτσι η Παρθενική Γέννηση αντανακλά την αιώνια προΰπαρξη του Χριστού.
Επειδή το πρόσωπο του ενσαρκωμένου Χριστού ταυτίζεται με το πρόσωπο του Λόγου, η Παρθένος Μαρία δίκαια μπορεί να πάρει τον τίτλο Θεοτόκος. Είναι μητέρα όχι ενός ανθρώπινου γιου που έχει ενωθεί με το θείο Υιό, αλλ΄ ενός ανθρώπινου γιου που είναι ο μονογενής Υιός του Θεού. Ο γιος της Μαρίας είναι το ίδιο πρόσωπο με το θείο Υιό του Θεού κι έτσι, χάρη στην Ενσάρκωση, η Μαρία είναι πραγματικά «Μητέρα του Θεού».
Κάλλιστος Γουέαρ