Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

«ΕΙΓΗΡΕ ΚΕΡΑΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΗΜΙΝ» (Λουκ.1,69) ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

 


Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου αποτελεί την ύψιστη δωρεά του Θεού για τον

άνθρωπο. Αποτελεί την τελειότατη έκφραση της αγάπης Του για το πλανεμένο

πλάσμα Του. Φανερώνει περίτρανα την προαιώνια βουλή Του για τη σωτηρία του

κόσμου και την αποκατάσταση της τάξεως στη δημιουργία Του.

Η είσοδος του άναρχου και άκτιστου Θεού στον κτιστό χρόνο και χώρο είναι το

μεγαλύτερο θαύμα της ιστορίας και συνάμα το έσχατο «σκάνδαλο» των απίστων, οι

οποίοι δε μπορούν να διανοηθούν ανθρωποποίηση του Θεού. Το ίδιο δε μπορούν να

διανοηθούν κανένα σωτήρα και λυτρωτή του κόσμου, διότι δε δέχονται καμιά

έκπτωση από καμιά αυθεντικότητα. Θεωρούν την καταφανή ανθρώπινη

κακοδαιμονία ως «φυσική» και ως εκ τούτου απορρίπτουν τον ενανθρωπήσαντα

Λόγο ως σωτήρα του κόσμου. Σε αυτή τη συλλογιστική εστιάζεται το διαχρονικό

δράμα του πεσόντος στην αμαρτία ανθρώπου.

Η ιστορία όμως είναι ο αψευδής μάρτυρας και ο διαπρύσιος κήρυκας της εν

Χριστώ σωτηρίας του κόσμου. Φτάνει να έχει κάποιος απαλλαγεί από κάθε

κοντόφθαλμη συλλογιστική, από κάθε υποκειμενική θεώρηση και από τα προσωπικά

του πάθη για να μπορέσει να ατενίσει τη μεγάλη αλλαγή που έφερε ο σαρκωμένος

Θεός στον κόσμο. Να γευθεί το μέγεθος της Θείας Φιλανθρωπίας.

Ανοίγοντας τα ιστορικά κείμενα από το απώτερο παρελθόν ως τα σήμερα, τις

κοινωνιολογικές μελέτες, τις ανθρωπολογικές συγγραφές, και όλα τα συναφή

συγγράμματα, είναι εύκολο να διακρίνει κάποιος μια ιστορική πορεία ανάξια για τα

ανθρώπινα πρόσωπα. Είναι εύκολο να διαπιστώσουμε ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι

ένα συνεχές εκτυλισσόμενο δράμα, μια ατελεύτητη τραγωδία. Αρχίζοντας από τη ζωή

του πρωτογόνου ανθρώπου, βλέπουμε τον καθημερινό φρικτό του αγώνα για

επιβίωση μέσα σε ένα άκρως αφιλόξενο περιβάλλον. Η προφητική ρήση του Θεού

προς τον Αδάμ μετά την πτώση του: «επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου. Εν

λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας η μέρας της ζωής σου. Ακάνθας και τριβόλους

ανατελεί σοι, και φαγή τον χόρτον του αγρού. Εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή

τον άρτον σου, έως του αποστρέψαι σε εις την γην εξ ής ελήφθης, ότι γη ει και

εις γην απελεύση» (Γεν.3,17-19) επαληθεύτηκε επακριβώς. Μαζί με την αγωνία της

επιβιώσεως αναπτύχθηκε στον άνθρωπο και ο ανταγωνισμός και έχθρα για τον

συνάνθρωπό του. Εξ’ αρχής η υπέροχη γυναίκα του Αδάμ η Εύα μεταβλήθηκε σε

αντικείμενο εκμετάλλευσης. Από «σάρκα μία» (Γεν.2,24) τα δύο θεοδημιούργητα

ανθρώπινα πρόσωπα διασπάστηκαν σε δύο αντιτιθέμενα άτομα. Ο Θεός επισήμανε

στην προμήτορα πως στο εξής «προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου, και αυτός

σου κυριεύσει» (Γεν.3,16). Ο άλλος άνθρωπος δεν λογιζόταν πια αδελφός, παρά

αντίζηλος, ο οποίος απειλούσε την τροφή του, την εξουσία του, τη γυναίκα του, τον

ζωτικό του χώρο, και αυτή την ίδια την ύπαρξή του. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί

από αυτόν ήταν να τον πολεμήσει και να τον καταστρέψει. Έτσι γεννήθηκαν οι

έχθρες, οι διαμάχες, οι πόλεμοι, ως η πιο μαύρη σελίδα στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν

αναφέρεται ουδεμία περίοδος της ιστορίας να κυριαρχεί στον κόσμο απόλυτη ειρήνη.

Εκατομμύρια άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο στα ατέλειωτα πεδία των μαχών για

την υπεράσπιση του «ζωτικού του χώρου».

Ενωρίς ο ισχυρός άνθρωπος έβαλε στη δούλεψή του αδυνάτους. Πρόκειται για τη

δουλεία της προχριστιανικής αρχαιότητας, η οποία αποτελεί το διαχρονικό όνειδος

της ανθρωπίνης φύσεως. Γνωρίζουμε καλά το μέγα πλήθος των δούλων στον αρχαίο

κόσμο. Στους προγόνους μας αντιστοιχούσε ένας «κύριος» προς δέκα δούλους.

Υπήρχαν «κύριοι» που είχαν στη δούλεψή τους εκατοντάδες ή και χιλιάδες δούλους.

Οι άμοιροι εκείνοι άνθρωποι όχι μόνο δεν είχαν δικαιώματα, αλλά θεωρούνταν


χειρότεροι από τα ζώα και εξισώνονταν με τα πράγματα. Στους ρωμαϊκούς χρόνους

έφτασαν στο σημείο οι «κύριοι» των δούλων να διασκεδάζουν την ανία τους με τον

πιο τραγικό θάνατο αυτών των ανθρώπων στα αμφιθέατρα!

Στον πνευματικό τομέα η κατάσταση ήταν το ίδιο τραγική. Η διαπροσωπική

σχέση των πρωτοπλάστων με το Θεό χάθηκε δια παντός. Τη θέση του αληθινού

προσωπικού Θεού πήραν τα ανόητα και αισχρά είδωλα. Την αγνή λατρεία του Θεού

αντικατέστησε η δεισιδαιμονία, οι δαιμονολατρία και οι φρικτές ανθρωποθυσίες. Η

πίστη στο Θεό κατάντησε φόβος και τρόμος σε δαιμονικές δυνάμεις, οι οποίες πήραν

τη θέση του Θεού στην ψυχή του πεσόντος ανθρώπου. Οι ελάχιστες φωνές

διαμαρτυρίας στην απίστευτη πνευματική και θρησκευτική κατάπτωση πνίγονταν

στον ωκεανό του πνευματικού σκοταδιού. Αλλά και όσες ιδέες κατόρθωσαν να

επιβιώσουν και να παρουσιάζονται ως τα σήμερα ως «φιλοσοφία» δεν ήταν τίποτε

άλλο από επιμιξία αλήθειας και ψεύδους και ουδεμία ουσιαστική αρωγή προσέφερε

στον βαριά τραυματισμένο από την αμαρτία προχριστιανικό άνθρωπο. Ουδεμία

ακτίνα φωτός προσέφερε στη γνώση του αληθινού Θεού, ώστε «ουκ έγνω ο κόσμος

δια της σοφίας τον Θεόν» (Α΄Κορ.1,21). Αυτό που ονομάζουν κάποιοι

«προχριστιανικό πολιτισμικό θαύμα» και που αφήνει «έκθαμβους» τους διάφορους

«αρχαιολάτρες», τους οποίους γέννησε ο άθεος ευρωπαϊκός «διαφωτισμός», είναι

στην ουσία προϊόν άμετρης ματαιοδοξίας των ισχυρών του παρελθόντος, ο οποίος δεν

έλυσε τα μεγάλα προβλήματα των αρχαίων και ελάχιστα καλυτέρευσε τη ζωή τους.

Έστω για παράδειγμα οι ατέλειωτες στρατιές των δούλων. Αυτοί οι χειρώνακτες

υπήρξαν στην ουσία οι κτήτορες των λαμπρών μνημείων, τα οποία θαυμάζουμε

σήμερα, χωρίς να αναλογιζόμαστε τις θυσίες, τους κόπους, τους εξευτελισμούς, τα

αίματα και ακόμα τους θανάτους αυτών των άμοιρων υπάρξεων. Χωρίς αυτούς θα

ήταν αδύνατον να ανεγερθούν. Και όμως αυτοί αναγκάζονταν να είναι αμέτοχοι της

χρήσης τους!

Η ηθική των αρχαίων ήταν ανύπαρκτη, διότι τα ηθικά τους πρότυπα ήταν οι

ανήθικοι «θεοί» τους, οι οποίοι πιστεύονταν ότι διέπρατταν τα χειρότερα εγκλήματα

και τις πιο ανείπωτες και ανήκουστες ασέλγειες και ηθικές παρεκτροπές. Οι αρχαίοι

θέλοντας να δικαιολογήσουν την ανήθικη ασυδοσία τους έπλασαν «θεούς» τέτοιους

που να επιτρέπουν και να υποδεικνύουν τέτοιες πρακτικές. Η κάθε διάπραξη

εγκλήματος ή ανηθικότητας λογιζόταν ως θρησκευτική λατρεία!

Όσοι νομίζουν ότι η προχριστιανική περίοδος ήταν ιδανική, είτε δε γνωρίζουν

καλά τα πράγματα, είτε εθελοτυφλούν. Ιδιαίτερα στα χρόνια που ήρθε ο Χριστός

στον κόσμο, παρ’ όλο ότι προηγήθηκε ο λεγόμενος ελληνικός και ρωμαϊκός

«πολιτισμός» τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί στο έπακρο. Οι πόλεμοι και μάλιστα οι

εμφύλιοι ήταν μόνιμη κατάσταση. Οι δούλοι είχαν πολλαπλασιαστεί και είχε

επιδεινωθεί η θέση τους. Οι παράλογες θρησκείες της ανατολής έφεραν στον

ελληνορωμαϊκό κόσμο απίστευτη πνευματική και θρησκευτική κατάπτωση, ώστε τη

θέση της λατρεία να καταλάβει η μαγεία. Η όποια πολιτισμική καταβολή

παραφθάρθηκε σε σημείο εκφυλισμού. Στον εβραϊκό κόσμο τα πράγματα ήταν το ίδιο

αποκαρδιωτικά. Είναι απόλυτα δικαιολογημένος ο ισχυρισμός του στοχαστή

Σατωβριάνδου πως «αν ο Χριστός ερχόταν λίγα χρόνια αργότερα στον κόσμο θα

έβρισκε το πτώμα του»!

Όμως ο Θεός, του Οποίου παραμένει αναλλοίωτη η θέληση, αποφάσισε να σώσει

το ανθρώπινο γένος. Προείπε στους πρωτοπλάστους ότι σε χρόνους μακρινούς ο

Γιός της Γυναίκας θα συντρίψει το κεφάλι του όφεως, δηλαδή του διαβόλου, ο οποίος

ευθύνεται για την πτώση του (Γεν.3,17). Όντως, κατά τον απόστολο Παύλο: «ότε

ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον υπό

γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν


απολαύομεν» (Γαλ.4,4-5), ώστε: «ώσπερ εβασίλευσεν η αμαρτία εν τω κόσμω,

ούτω και η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον δια Ιησού

Χριστού του Κυρίου ημών» (Ρωμ.4,21). Δεν ήρθε στον κόσμο για να

αναδιοργανώσει την παρηκμασμένη θρησκευτική κατάσταση του αρχαίου κόσμου,

όπως ισχυρίζονται κάποιοι, αλλά για να αλλάξει ριζικά τη συνολική δομή του

πτωτικού κόσμου. Να τον απαλλάξει από την κυριαρχία του διαβόλου και να του

δώσει την αρχική προοπτική της δημιουργίας του. Ήρθε να σώσει τον πεσμένο στην

αμαρτία και παραδομένο στη φθορά της αμαρτίας άνθρωπο, ο οποίος μακριά από το

Θεό είχε χάσει κάθε προσανατολισμό του προς τον ουρανό. Ήρθε να κηρύξει τα καλά

νέα της σωτηρίας και της συμφιλιώσεως με το Θεό, που είχε διαταράξει η μοιραία

πτώση, ώστε «το ευαγγέλιον του Χριστού (να γίνει) δύναμις Θεού εις σωτηρίαν

παντί τω πιστεύοντι» (Ρωμ.1,16). Ήρθε «ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν»

(Γαλ.4,5), την οποία μας υπεξαίρεσε ο διάβολος και μας παρέδωσε στα πιο φρικτά

δεσμά της δουλείας, «ώστε ουκέτι ει δούλος, αλλ’ υιός, ει δε υιός, και κληρονόμος

Θεού διά Χριστού» (Γαλ.4,7). Ήρθε να άρει τον καταναγκασμό του νόμου και να

φέρει τη χάρη, ως ύψιστη δωρεά του Θεού προς το ανθρώπινο γένος. Η δικαίωσή μας

δεν είναι δική μας κατάκτηση, αλλά δωρεά του Σαρκωμένου Θεού μας, ο Οποίος

ντύθηκε τη φτωχή μας φύση για να πραγματοποιήσει τον υπέρτατο σκοπό Του, τη

σωτηρία μας. Έτσι «δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι δια της απολυτρώσεως

της εν Χριστώ Ιησού, όν προέθετο ο Θεός ιλαστήριον δια της πίστεως εν τω

αίματι, εις ένδειξιν της δικαιοσύνης αυτού δια την πάρεσιν των προγεγονότων

αμαρτημάτων» (Ρωμ.3,24-25).

Ο Ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού είναι όχι μόνο ο πιο μεγάλος, μα και ο

μοναδικός σωτήρας του κόσμου, του Οποίου γεύεται εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια

«του πλούτου της χρηστότητος αυτού και της ανοχής και της μακροθυμίας»

(Ρωμ.2,4). Όλοι οι εγκόσμιοι αυτόκλητοι, ή ετερόκλητοι «σωτήρες» της

ανθρωπότητας αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, διότι ελάχιστα ωφέλησαν το ανθρώπινο

γένος. Συγκρινόμενο το έργο τους με το απολυτρωτικό έργο του Χριστού, φαντάζει

ανύπαρκτο. Μόνο Αυτός μας δίδαξε ότι το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ανεξάρτητα

από τα προσωπικά του στοιχεία, τις φυσικές του μειονεξίες και τα επίκτητα

μειονεκτήματά του είναι αξία και μάλιστα εικόνα του Θεού. Μόνο ο Χριστός σήκωσε

το κεφάλι μας από τον βούρκο της αμαρτωλότητας και το έστρεψε προς τον ουρανό,

«ήγειρε κέρας σωτηρίας ημίν… (εποίησε) έλεος μετά των πατέρων ημών,

μνησθήναι διαθήκης αγίας αυτού» (Λουκ.1,69,72).

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

Θαύματα μετά την κοίμηση του αγίου Ιακώβου Τσαλίκη

 


Όταν χτίζαμε το σπίτι μας – διηγήθηκε η κυρία Μαρία Κ. – βρισκόμασταν σε μεγάλη οικονομική δυσκολία. Ήθελα να γράψω στον π. Ιάκωβο για να προσευχηθή. Όμως εκοιμήθη και δεν πρόλαβα. Λυπήθηκα πολύ. Ένα πρωί στην προσευχή μου, που τον θυμήθηκα, είπα: «Πάτερ Ιάκωβε, κι από κει μπορείς να μας βοηθήσης…». Το ίδιο πρωινό κάποιο συγγενικό μας πρόσωπο μας κατέθεσε στην Τράπεζα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, χωρίς να το ζητήσωμε και χωρίς να περιμένωμε. Μας είπε ότι εκείνο το πρωί αισθάνθηκε έντονα να κάνη αυτή την κίνηση.

Μου έλεγε ο π. Σεραφείμ (μοναχός της Μονής) – διηγήθηκε ο π. Γεώργιος Αυθίνος – ότι ήρθε στο Μοναστήρι τους μετά την κοίμηση του Γέροντα ένας νέος αγένειος. Ο π. Σεραφείμ του έδειξε τον τάφο του γέροντος Ιακώβου και του είπε να πη πάνω από τον τάφο το πρόβλημά του. Σε λίγους μήνες επέστρεψε στο Μοναστήρι γεμάτος μαύρα πυκνά γένεια.

Ο άγιος γέροντας Ιάκωβος συμπονούσε τους αγένειους και πολλούς είχε βοηθήσει, γιατί και εκείνος ήταν αγένειος στη νεότητά του και με προσευχή απόκτησε αυτή την ωραία γενειάδα που είχε.

Είχα μια μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία του π. Ιακώβου κορνιζαρισμένη στο δωμάτιό μου κι έκανε εντύπωση και στον πατέρα μου. Αυτή η φωτογραφία στα 40 του Γέροντα μου μίλησε με την φωνή του, για την λύση ενός προβλήματος που δεν μπορώ να αναφέρω.

Αργότερα σε κάποιο οικοτροφείο, ένας αλλοδαπός συμφοιτητής σπανός, με παρακάλεσε πολύ να του την χαρίσω. Την χάρισα κι έγραψα πίσω κι αφιέρωση με ευχή να μοιάση του Γέροντα. «Θέλω να με βοηθήση», μου είπε, «για να βγάλω γένεια, γιατί θα γίνω κληρικός· τον ευλαβούμαι ως άγιο».

Πριν 2-3 χρόνια αυτός ο συμφοιτητής μου ήλθε στην Ελλάδα ως Επίσκοπος, και αυτοί που τον είδαν, μου είπαν ότι έχει γένεια.

(Μαρτυρία Ανωνύμου)

Το καλοκαίρι του έτους 2001 – διηγήθηκε ανώνυμος ιερεύς – είχαμε πάει με την πρεσβυτέρα να εξομολογηθούμε στον π. Κύριλλο, στο Μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ. Η πρεσβυτέρα είχε συνηθίσει να φορά παντελόνι και θεωρούσε αδιανόητο να μην το φορά. Στο Μοναστήρι βέβαια φορούσε φούστα και κανείς δεν γνώριζε ότι φοράει παντελόνι. Μετά το Απόδειπνο καθίσαμε δίπλα στον τάφο του γέροντος Ιακώβου. Ήλθε σε λίγο κοντά μας ένας ιερέας φιλοξενούμενος από χωριό της Β. Ευβοίας. Άρχισε να μας μιλά λέγοντας ότι δεν επιτρέπεται μία πρεσβυτέρα να φορά παντελόνι, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η σύζυγος του ιερέα πρέπει να είναι και να την λένε κυρά-παπαδιά, τονίζοντας ιδιαίτερα το κυρά. Ακούσαμε τα λόγια του πιστεύοντας βαθειά μέσα στην καρδιά μας ότι προέρχονται από τον γέροντα Ιάκωβο, στον τάφο του οποίου καθόμασταν προσευχόμενοι, εκείνη την ώρα. Αμέσως τότε η πρεσβυτέρα πήρε την απόφαση να μην ξαναφορέση παντελόνι. Διπλό το θαύμα. Πρώτον η αποκάλυψη από τον ιερέα ότι φοράει παντελόνι και δεύτερο και δυσκολώτερο η απόφασή της να μην το ξαναφορέση.

 

Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες), σελ. 301, 305. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.


Αντιμισθία ελέους προς τους κεκοιμημένους

 



Μία νοσοκόμα σε μεγάλο Νοσοκομείο των Αθηνών, η Α., διηγήθηκε στον π. Συμεών τον Αγιορείτη που εγκαταβιώνει στην Καλλιάγρα: «Είχα σκλήρυνση κατά πλάκας και ήμουν στα πρόθυρα της παραλύσεως. Οι γιατροί μου έδωσαν ένα μήνα άδεια. Ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεββάτι αλλά ξύπνια, βλέπω την Παναγία να μου λέγη: “Α., σήκω επάνω, είσαι καλά πλέον”.

» Σηκώθηκα και την άλλη μέρα πήγα στην δουλειά μου στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί όταν με είδαν τα έχασαν. Με εξέτασαν και με βρήκαν υγιή».

Ο π. Συμεών ρώτησε την Α. σε ποιο τμήμα εργάζεται. «Είμαι στο νεκροτομείο», απάντησε. «Φέρνουν τους πεθαμένους και τους πετάν χωρίς σεβασμό. Τους παίρνω, τους πλένω, τους ντύνω και τους περιποιούμαι με πολλή αγάπη σαν δικούς μου ανθρώπους».

«Γι’ αυτό η Παναγία σε έκανε καλά», της είπε. «Στην Παλαιά Διαθήκη ο Τωβίτ όταν εύρισκε νεκρό, τον έντυνε και τον έθαβε. Γι’ αυτό του είπε ο Αρχάγγελος Ραφαήλ “σε προστατεύω”».

«Και εγώ», είπε κλαίουσα η Α., «νιώθω μία προστασία επάνω μου».

 

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Α’, Άγιον Όρος 2009, σελ. 393.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Η εικόνα της Περιτομής(Σχόλια)

 


Οκτώ ημέρες μετά την μεγάλη Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων, την μητρόπολη των εορτών σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η Εκκλησία μας γιορτάζει άλλη μία μεγάλη Δεσποτική εορτή, την Περιτομή του Χριστού.

Η εικόνα της εορτής στην οποία θα αναφερθούμε προέρχεται από την Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσσικόν), του Αγίου Όρους. Ο οκταήμερος κατά την Μητέρα, και άναρχος κατά τον Πατέρα, ως βρέφος Χριστός εικονίζεται ξαπλωμένος ανάμεσα στην Παναγία, τον Ιωσήφ, και τούς Ιερείς του ναού να δέχεται από αγάπη και φιλανθρωπία για το ανθρώπινο γένος όχι μόνο την περιβολή των σπαργάνων, αλλά και αυτή την περιτομή της σαρκός.

Η εντολή του Θεού που δόθηκε αρχικά στον Αβραάμ προέβλεπε την περιτομή σε κάθε αρσενικό παιδί, «περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν» (Γεν. κεφ. ιζ 10 – 12).

Η περιτομή αν και τρομερά επώδυνη και αιματηρή πράξη, ήταν απαραίτητη για να δηλώση τον πιστό και καθαρό Ισραηλίτη. Ωστόσο ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο γινόταν η περιτομή φαινεται από τον λόγο του Θεού στον Αβραάμ, «καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν». Έχει να κάνη δηλαδή με συμφωνία, με διαθήκη, ανάμεσα στον Θεό και τούς πιστούς Του. Αλλωστε περιτομή είχαν και άλλοι λαοί, οπως οι ειδωλολάτρες και οι ιερείς των Αιγυπτίων, οι Σαρακηνοί, οι Ισμαηλίτες και άλλοι, αλλά οι περισότεροι από αυτούς δεν την έκαναν από θεοσέβεια, αλλά χάριν συνηθείας (Σεβ. Μητρ. Ιεροθέου: «Οι Δεσποτικές Εορτές»).

Η περιτομή ήταν προτύπωση του Βαπτίσματος που θα δινόταν με την ενανθρώπηση του Χριστού. Ο Χριστός ήταν εκείνος που έδωσε τον Νόμο στην Παλαιά Διαθήκη, και ο ίδιος έπρεπε να τον εφαρμόσει και στον εαυτό Του. Έτσι ώστε να τον συμπληρώσει και να τον υπερβεί. Είναι πολύ χαρακτιριστικό το πρώτο στιχηρό ιδιόμελο του εσπερινού της εορτής «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν», διότι δείχνει ότι ο Χριστός δέχτηκε την περιτομή από φιλανθρωπία και αγάπη για τον άνθρωπο, καθώς και για να αποδείξει ότι προσέλαβε αληθινή ανθρώπινη φύση, και όχι όπως υποστήριζαν οι Δοκιτιστές κατά δόκησιν και κατά φαντασίαν.Ο Χριστός απέδειξε με την Περιτομή Του, ότι το Σώμα του δεν ήταν ομοούσιο με την θεότητα. Τό σώμα αφού θεώθηκε από την θεότητα του Λόγου, έγινε ομόθεο όχι όμως ομοούσιο με τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι και το Σώμα του Χριστού είναι πηγή της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά δεν έχει την ίδια ουσία με την θεότητα. (Μητροπολίτου Ιεροθέου ένθ. ανωτ.).

Σύνφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η περιτομή ήταν τύπος του Βαπτίσματος, της αχειροποιήτου δηλαδή περιτομής όπου ο άνθρωπος αποβάλλει την αμαρτία.

Είναι έκδηλη στην εικόνα η ευλάβεια των γονέων αλλά και των ιερέων. Ο ένας από τούς ιερείς κρατά ανοικτό βιβλίο, υποδηλώνοντας έτσι τον νόμο που ήταν δοσμένος από τον Θεό, και ο άλλος με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο πλησιάζει προς τον Ιησού. Η τελετή λαμβάνει χώρα εντός του ναού.
Πρέπει να τονίσουμε την σπουδαιότητα αυτής της μεγάλης Δεσποτικής εορτής, διότι αποτελούσε προεικόνιση του μεγάλου μυστηρίου του Βαπτίσματος. Ο Θεός εδωσε τον νόμο στην Παλαιά Διαθήκη για να προετοιμάση τον λαό για την υποδοχή του Χριστού. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής λέγει «ο νόμος διά Μωϋσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο». Η θέωση του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται διά της εξωτερικής τηρήσεως του νόμου, αλλά διά της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού.

Σημειώνη ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πως η περιτομή δεν είχε την δύναμη να καταργήση τον θάνατο, σε αντίθεση με το βάπτισμα όπου ο άνθρωπος γίνεται μέρος του αναστημένου Σώματος του Χριστού, υπερβαίνει τον νόμο και κατατάσσεται στα τέκνα του θεού.

Για το θέμα της περιτομής και της ακροβυστίας έγινε μεγάλο ζήτημα στην Εκκλησία, όταν μετά την Πεντηκοστή τέθηκε ο προβληματισμός για το αν οι προσήλυτοι στον Χριστιανισμό έπρεπε να περιτέμνονται. Εκεί, οι Ιουδαίοι υποστήριζαν ότι άνευ περιτομής «ου δύνασθαι σωθήναι». Η απόφαση της Αποστολικής εκείνης Συνόδου ήταν να μή περιτέμνονται όσοι προσέρχονται εκ των εθνών, αλλά να απέχουν από ειδωλόθυτα, αίμα, πνικτό και πορνεία.. Οδηγήθηκαν σ’ αυτή την απόφαση ακριβώς διότι, εφ όσον η περιτομή ήταν προτύπωση του Βαπτίσματος προετοιμάζοντας τον λαό για την παρουσία του Σωτήρος, δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχει.

Η όλη παράσταση διακρίνεται για την λιτότητα και την σεμνότητά της, καθώς και για μία μεγαλοπρέπεια που κρύβεται πίσω από τις κινήσεις των προσώπων, ενώ κεντρικό παραμένει πάντοτε το σώμα του μικρού Χριστού.

Πηγή: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

 

 Το ακόλουθο κείμενο το οποίο παρατίθεται αυτούσιο αποτελεί μοναδική ευκαιρία για περισυλλογή – προβληματισμό αλλά και κατάνυξη ενόψει των Χριστουγέννων…………..εξάλλου μετά τις εορτές θα υπάρχει περίσσεια χρόνου για……….»περαιτέρω ενασχόληση με τα τεριμμένα».

———————————————————————————————–

Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα; Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.

Κανένας δὲν τὸν πῆρε εἴδηση, μέσα σε ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντο κόσμο, ποὺ ἐξουσιάζανε οἱ Ῥωμαῖοι, γιὰ τοῦτο εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Γεδεών, πὼς θὰ κατέβαινε ἥσυχα στὸν κόσμο, ὅπως κατεβαίνει ἡ δροσιὰ ἀπάνω στὸ μπουμπούκι τοῦ λουλουδιοῦ, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ἀνάμεσα σὲ τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιὸς νὰ πάρει εἴδηση τὸ πιὸ πτωχὸ ἀπὸ τὰ πτωχά, ἐκεῖνο ποῦ γεννήθηκε ὄχι σὲ καλύβι, ὄχι σὲ στρούγκα, ἀλλὰ σὲ μία σπηλιά; Καὶ κείνη ξένη, γιατὶ τὴν εἴχανε οἱ τσομπαναρέοι νὰ σταλιάζουνε τὰ πρόβατά τους.

Τὸ «ὑπερεξαίσιον καὶ φρικτὸν μυστήριο» τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ἕνας μοναχὰ αὐτοκράτορας ἀπάνω στὴ γῆ, ὁ Αὔγουστος, ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Καίσαρα, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη ταραχὴ καὶ αἱματοχυσία ἀνάμεσα στὸν Ἀντώνιο ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ στὸν Βροῦτο καὶ τὸν Κάσσιο ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τότε γεννήθηκε κι ὁ ἕνας καὶ μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ὁ Χριστός. Κι᾿ αὐτὸ τὸ λέγει ἡ ποιήτρια Κασσιανὴ στὸ δοξαστικὸ ποὺ σύνθεσε, καὶ ποὺ τὸ ψέλνουνε κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῶν Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν…».

Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴν προφητέψανε οἱ Προφῆτες. Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τὴν προφήτεψε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, τὴ μέρα ποὺ εὐλόγησε τοὺς δώδεκα υἱούς του, καὶ εἶπε στὸν Ἰούδα «δὲν θὰ λείψει ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα μήτε βασιλιὰς ἀπὸ τὸ αἷμά του, ὡς ποὺ νὰ ἔλθει ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένο νὰ βασιλεύει ἀπάν᾿ ἀπ᾿ ὅλους, κι αὐτὸν τὸν περιμένουμε ὅλα τὰ ἔθνη». Ὡς τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸ γένος τοῦ Ἰούδα, εἴχανε ἄρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς καὶ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἤτανε κ᾿ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντές τους. Ἀλλὰ τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἔγινε ἄρχοντας τῆς Ἰουδαίας ὁ Ἡρώδης, ποὺ ἤτανε ἐθνικὸς καὶ ἔβαλε ἀρχιερέα τὸν Ἀνάνιλον «ἀλλογενῆ», ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς εἴχανε πάντα μητέρα Ἰουδαία. Τελευταῖος Ἰουδαῖος ἀρχιερεὺς στάθηκε ὁ Ὑρκανός. Καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες προφητέψανε τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, προπάντων ὁ Ἡσαΐας. Τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴ λένε οἱ ὑμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τὰ λόγια του Παύλου ποὺ γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει, πὼς αὐτὸ τὸ μυστήριο δὲν τὸ γνωρίζανε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια οὔτε οἱ Ἄγγελοι, γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τρόμο τὸ εἶπε στὴν Παναγία. Καὶ στοὺς Κολασσαεῖς γράφοντας ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πῶς φανερώθηκε αὐτὸ τὸ μυστήριο στοὺς ἁγίους, ποὺ θέλησε ὁ Θεὸς νὰ τὸ μάθουνε, καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ διδάσκανε στὰ ἔθνη; στοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσκυνούσανε γιὰ θεοὺς πέτρες καὶ ζῶα καὶ διάφορα ἀλλὰ κτίσματα.

Duccio di Buoninsegna (Italian, c. 1255 - 1318 ), The Nativity with the Prophets Isaiah and Ezekiel, 1308/1311, tempera on single panel, Andrew W. Mellon Collection
Duccio di Buoninsegna (Italian, c. 1255 – 1318 ), The Nativity with the Prophets Isaiah and Ezekiel,  tempera on single panel, Andrew W. Mellon Collection_πηγή biblicalarchaeology.org

Ἑξακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ εἶδε στὸ Ὄνειρό του, πὼς βρέθηκε μπροστά του ἕνα θεόρατο φοβερὸ ἄγαλμα, καμωμένο ἀπὸ χρυσάφι, ἀσήμι, χάλκωμα, σίδερο καὶ σεντέφι: Κι ἄξαφνα ἕνας βράχος ξεκόλλησε ἀπὸ ἕνα βουνὸ καὶ χτύπησε τὸ ἄγαλμα καὶ τό ῾κανε σκόνη. Καὶ σηκώθηκε ἕνας δυνατὸς ἄνεμος καὶ σκόρπισε τὴ σκόνη, καὶ δὲν ἀπόμεινε τίποτα. Ὁ βράχος ὅμως ποὺ τσάκισε τὸ ἄγαλμα ἔγινε ἕνα μεγάλο βουνό, καὶ σκέπασε ὅλη τη γῆ. Τότε ὁ βασιλιὰς φώναξε τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξήγησει τὸ ὄνειρο.

Κι ὁ Δανιὴλ τὸ ἐξήγησε καταλεπτῶς, λέγοντας πὼς τὰ διάφορα μέρη τοῦ ἀγάλματος ἤτανε οἱ διάφορες βασιλεῖες, ποὺ θὰ περνούσανε ἀπὸ τὸν κόσμο ὕστερα ἀπὸ τὸν Ναβουχοδονόσορα καὶ πὼς στὸ τέλος ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει κάποια βασιλεία ποὺ θὰ καταλύσει ὅλες τὶς βασιλεῖες, ὅπως ὁ βράχος ποὺ εἶχε δεῖ στὸ ἐνύπνιό του ἐξαφάνισε τὸ ἄγαλμα μὲ τὰ πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, ποὺ δὲν θὰ καταλυθεῖ ποτὲ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».

Αὐτὴ ἡ βασιλεία ἡ αἰώνια, ἡ ἄφθαρτη, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀγάπης στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἱδρύθηκε μὲ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Κυρίου ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αὐτὸ θὰ εἶναι αἰώνια, γι᾿ αὐτὸ δὲν θὰ χαλάσει ποτέ, ὅπως γίνεται μὲ τὶς ἄλλες ἐπίγειες καὶ ὑλικὲς βασιλεῖες. Ὅπως ὁ βράχος μεγάλωνε κι ἔγινε ὄρος μέγα καὶ σκέπασε τὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων: « Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».

Ὥστε βγῆκε ἀληθινὴ ἡ ἀρχαιότερη προφητεία τοῦ Ἰακώβ, πὼς σὰν πάψει ἡ ἐγκόσμια ἐξουσία τῶν Ἰουδαίων, θὰ ἔρθει στὸν κόσμο ἐκεῖνος ποὺ προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».

Σημείωσε πὼς οἱ Ἑβραῖοι πιστεύανε πὼς ἡ φυλή τους μονάχα ἦταν βλογημένη, καὶ πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αὐτή, καὶ πὼς οἱ ἄλλοι λαοί, «τὰ ἔθνη», ἦταν καταραμένα καὶ μολυσμένα κι ἀνάξια νὰ δεχτοῦν τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ. Λοιπὸν εἶναι παράξενο νὰ μιλᾶ ἡ προφητεία τοῦ Ἰακὼβ γιὰ τὰ ἔθνη, γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες θὰ περιμένουν τὸν Μεσσία νὰ τοὺς σώσει καὶ μάλιστα νὰ μὴ λέει κἂν πὼς τὸν ἀναμενόμενο Σωτῆρα τὸν περιμένανε οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὰ ἔθνη, ἀλλὰ νὰ λέει πὼς τὸν περιμένανε μονάχα οἱ ἐθνικοί: «καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν». Ὅπως κι ἔγινε. Γιατί, τὴ βασιλεία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, τὴ θεμελίωσαν μὲν οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἦταν Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ τὴν ξαπλώσανε καὶ τὴν στερεώσανε μὲ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τοὺς οἱ ἄλλες φυλές, «τὰ ἔθνη».

Εἶναι ὁλότελα ἀκατανόητο, γιὰ τὸ πνεῦμα μας, τὸ ὅτι κατέβηκε ὁ Θεὸς ἀνάμεσά μας σὰν ἄνθρωπος συνηθισμένος καὶ μάλιστα σὰν ὁ φτωχότερος ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Αὐτὴ τὴ μακροθυμία μονάχα ἅγιες ψυχὲς εἶναι σὲ θέση νὰ τὴ νιώσουνε ἀληθινά, καὶ νὰ κλάψουνε ἀπὸ κατάνυξη.

Κάποιοι, μ᾿ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, δὲν θὰ νιώσουμε τίποτα ἀπὸ τὸ Μυστήριο, ποὺ γιορτάζουμε. Σ᾿ αὐτούς, ἐγὼ ὁ τιποτένιος, δὲ μπορῶ νὰ πῶ τίποτα. Μοναχὰ θὰ τοὺς θυμίσω τὰ αὐστηρὰ λόγια ποὺ γράφει στὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, κι᾿ ὁ θερμότατος κήρυκας τῆς ἀγάπης: «Πᾶν πνεῦμα, ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι. Καὶ πᾶν πνεῦμα, ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν. Οὗτος ἐστὶν ἀντίχριστος».

Το συγκλονιστικό κείμενο του Φώτη Κόντογλου για τα Χριστούγεννα του 1958 από την Παιανία


Το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων, με έναν... προφητικό τρόπο, προσπάθησε να περικλείσει τα Χριστούγεννα του 1958, από την Παιανία, ο μεγάλος αγιογράφος Φώτης Κόντογλου, σε κείμενο του το οποίο έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο «Χριστού Γέννησις: To φοβερόν μυστήριον» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμάος.

Περισσότερο επίκαιρο από ποτέ σήμερα το κείμενο αυτό, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης όπου το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων χάνεται σε μια έκρηξη καταναλωτισμού, στο άγχος των αγορών και των δώρων.

Γράφει λοιπόν ο Φώτης Κόντογλου:

 

«Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που είναι κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα τον ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολιούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κοιτάζει μοναχά την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας οι γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι’ οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τούς φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τούς ταπεινώσουνε, κ’ έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγώτερη…

Αδέλφια μου, φυλάξτε τα ελληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγελιώσαστε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις. «Ευφράνθητε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση».
«H Γέννηση» του Φώτη Κόντογλου-Παιανία, Ζωοδόχος Πηγή

ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, Παραμονὴ Χριστούγεννα, ΔΙΑΒΑΖΕΙ ἡ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ1


Δεκεμβρίου 24, 2013 ἀπὸ τὸν/τὴν momyof9    
Παραμονὴ Χριστούγεννα (του Φώτη Κόντογλου)
Παραμονὴ Χριστούγεννα – ΔΙΑΒΑΖΕΙ ἡ ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ

.

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.[..]

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη…

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Νπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

αποσπάσματα-ολόκληρο το κείμενο:  Σύναξη Ορθόδοξων Ρωμηών